Ψυχολογικά

Δημοσιεύθηκε Νοέμβριος 26, 2017 από papathm
Κατηγορίες: Ψυχολογικά

 

psycology

Advertisements

Περί του ονόματος των Ελλήνων

Δημοσιεύθηκε Οκτώβριος 14, 2017 από papathm
Κατηγορίες: Ελληνικά, Ιστορικά

Οι Έλληνες ήταν γνωστοί με πολλά διαφορετικά ονόματα στην ιστορία. Οι πολεμιστές που έπεσαν στις Θερμοπύλες έπεσαν ως Έλληνες, ενώ αιώνες αργότερα, την εποχή του Ιησού,  οποιοδήποτε πρόσωπο μη-εβραϊκής πίστης αποκαλείτο Έλληνας.

Τον καιρό του  Μεγάλου Κωνσταντίνου ήταν γνωστοί ως Ρωμαίοι, οι γείτονές τους στη Δύση τους έλεγαν Γραικούς, ενώ στην Ανατολή Αλ Ρουμ (Ρωμαίοι). Η αρχή κάθε ιστορικής εποχής συνοδευόταν από νέο όνομα, είτε απολύτως καινούριο, είτε παλαιό και ξεχασμένο, όνομα από την παράδοση ή δανεισμένο από τους ξένους. Κάθε ένα από αυτά ήταν σημαντικό στην εποχή του και όλα είναι λίγο-πολύ σε χρήση. Γι` αυτό οι Έλληνες είναι πολυώνυμος λαός.


Στην Ιλιάδα του Ομήρου, οι ελληνικές συμμαχικές δυνάμεις περιγράφονται με τρία διαφορετικά ονόματα: Αργείοι, Δαναοί και Αχαιοί, και όλα με την ίδια έννοια. Από τα παραπάνω ο πρώτος τύπος χρησιμοποιείται 170 τουλάχιστον φορές, ο δεύτερος 148 και ο τρίτος 598 φορές.

Οι Αργείοι είναι πολιτικός όρος που προέρχεται από την αρχική πρωτεύουσα των Αχαιών, το Άργος. Οι Δαναοί είναι το όνομα που αποδίδεται στη φυλή που εξουσιάζει αρχικά την Πελοπόννησο και την περιοχή κοντά στο Άργος. Αχαιοί ονομάζεται η φυλή που, ενισχυμένη από τους Αιολείς, κυριάρχησε πρώτη στα ελληνικά εδάφη, επικεντρωμένοι γύρω από την πρωτεύουσά τους, τις Μυκήνες.


Κατά την διάρκεια του Τρωικού Πολέμου, οι Έλληνες ήταν μια σχετικά μικρή αλλά δυνατή φυλή στην Φθία της Θεσσαλίας, συγκεντρωμένοι στις πόλεις Άλος, Αλώπη, Τροιχίνα και στο Πελασγικό Άργος

Διάφορες ετυμολογίες που έχουν προταθεί για τη λέξη Έλληνας, αλλά καμία δεν είναι ευρέως αποδεκτή:  –σαλ=> προσεύχομαι,  –έλλ=> ορεινός, –σελ=>φωτίζω. Μια πιό πρόσφατη μελέτη συνδέει το όνομα με την πόλη Ελλάς, δίπλα στον ποταμό Σπερχειό, που είχε αυτό το όνομα κατά την αρχαιότητα.

Ωστόσο, είναι γνωστό  ότι οι Έλληνες έχουν σχέση με τους Σελλούς, τους ιερείς της Δωδώνης στην Ήπειρο. Ο Όμηρος περιγράφει τον Αχιλλέα να προσεύχεται στον Δωδώνιο Δία ως τον αρχέγονο Θεό: «Βασιλέα Ζευ, φώναξε, Άρχοντα της Δωδώνης, θεέ των Πελασγών, που κατοικούν μακριά, που έχεις τη χειμωνιάτικη Δωδώνη κάτω από την εξουσία σου, όπου οι Ιερείς σου οι Σελλοί κατοικούν γύρω σου με τα πόδια τους άπλυτα και τα καταλύματά τους πάνω στο έδαφος».


Ο Πτολεμαίος αποκαλεί την Ήπειρο αρχέγονη Ελλάδα και ο Αριστοτέλης αναφέρει για την ίδια περιοχή ότι συνέβη ένας αρχαίος κατακλυσμός «στην αρχαία Ελλάδα, μεταξύ της Δωδώνης και του Αχελώου ποταμού, τη γη που κατείχαν οι Σελλοί και οι Γραικοί, που αργότερα θα γίνονταν γνωστοί ως Έλληνες», (οι καλούμενοι τότε μεν Γραικοί, νυν δ` Έλληνες). Η θέση, συνεπώς, ότι οι Έλληνες ήταν φυλή από την Ήπειρο η οποία αργότερα μετανάστευσε προς τα νότια στην Φθία της Θεσσαλίας, εχει κάποα βάση. Η επέκταση μιας συγκεκριμένης λατρείας του Δία στη Δωδώνη, η τάση των Ελλήνων να σχηματίζουν ακόμη μεγαλύτερες κοινότητες και αμφικτυονίες, καθώς και η αυξανόμενη δημοτικότητα της λατρείας των Δελφών, είχε ως αποτέλεσμα την επέκταση του ονόματος στην υπόλοιπη ελληνική χερσόνησο, αργότερα πέρα από το Αιγαίο πέλαγος, στην Μικρά Ασία και τελικά προς δυσμάς στη Σικελία και τη νότια Ιταλία, οι οποίες ήταν γνωστές με τον όρο Μεγάλη Ελλάδα.

Η λέξη Έλληνες με την ευρύτερη σημασία της απαντάται για πρώτη φορά σε μια επιγραφή αφιερωμένη στον Ηρακλή για τη νίκη του στις Αμφικτυονίες και αναφέρεται στην 48η Ολυμπιάδα (584 π.Χ.). Φαίνεται πως παρουσιάστηκε τον 8ο αιώνα π.Χ. με τους Ολυμπιακούς Αγώνες και σταδιακά καθιερώθηκε μέχρι τον 5ο αιώνα π.Χ.

Μετά τους Περσικούς πολέμους, αναρτήθηκε επιγραφή στους Δελφούς για τη νίκη εναντίον των Περσών η οποία υμνεί τον Παυσανία ως αρχηγό των Ελλήνων. Η συνείδηση της πανελλήνιας ενότητας προωθείτο μέσω θρησκευτικών εκδηλώσεων, με σημαντικότερη τα Ελευσίνια Μυστήρια, στην οποία οι μυημένοι έπρεπε να μιλούν ελληνικά, και βέβαια μέσω της συμμετοχής στους τέσσερις Πανελλήνιους Αγώνες, όπως ήταν οι Ολυμπιακοί Αγώνες. Απαγορευόταν η συμμετοχή στις γυναίκες και στους μη-Έλληνες. Ορισμένες εξαιρέσεις σημειώθηκαν πολύ αργότερα, όπως για παράδειγμα για τον Αυτοκράτορα Νέρωνα και ήταν αδιαμφισβήτητα ένδειξη της ρωμαϊκής ηγεμονίας.



Η ανάπτυξη μυθολογικών γενεαλογιών από επώνυμους ιδρυτές, πολύ αργότερα μετά τη μετανάστευση προς τα νότια Αχαιών, Ιώνων, Αιολέων και Δωριέων, επηρέασε το πώς αντιμετωπίζονταν οι βορειότερες φυλές. Κατά τον Τρωικό Πόλεμο, οι Ηπειρώτες, οι Μολοσσοί και οι Μακεδόνες δε θεωρούνταν Έλληνες, καθώς οι λαοί με αυτές τις ονομασίες δεν ήταν τότε παρά μια μικρή φυλή στη Θεσσαλία, μέλος της οποίας ήταν ο Αχιλλέας.

Ωστόσο, ακόμα κι όταν η ονομασία επεκτάθηκε, καλύπτοντας όλους τους λαούς νότια του Ολύμπου, οι βορειότεροι λαοί με τις ίδιες ρίζες δεν αποκαλούνταν έτσι. Ένας λόγος ήταν η άρνησή τους να συμμετάσχουν στους Περσικούς Πολέμους. Ωστόσο, αντιπρόσωποι των φυλών αυτών είχαν γίνει δεκτοί στους Ολυμπιακούς Αγώνες και διαγωνίστηκαν μαζί με άλλους Έλληνες. Ο Θουκυδίδης αποκαλεί βαρβάρους τους Ακαρνάνες, τους Αιτωλούς, τους Ηπειρώτες και τους Μακεδόνες, αλλά το επιχειρεί σε καθαρά γλωσσικό πλαίσιο. Όταν ο ρήτορας Δημοσθένης αποκαλεί τους Μακεδόνες χειρότερους από βαρβάρους στον Γ` Φιλιππικό, το κάνει με σεβασμό στον πολιτισμό τους, ο οποίος απλώς δε συμβαδίζει με τα κοινά ελληνικά πρότυπα. Από την άλλη πλευρά, ο Πολύβιος θεωρεί τις φυλές της δυτικής Ελλάδας, Ηπείρου και Μακεδονίας αμιγώς ελληνικές.

Στους επόμενους αιώνες, ο «Έλληνας» απέκτησε ευρύτερη έννοια, συμβολίζοντας όλους τους πολιτισμένους, ενώ το αντίθετο, «βάρβαρος», αντιπροσώπευε τους απολίτιστους.



Το πρώτο πράγμα που οι ελληνικές φυλές παρατήρησαν ήταν το γεγονός της διαφορετικότητας στην ομιλία με τους γειτονικούς λαούς. Στο γεγονός αυτό βασίζεται ουσιαστικά και ο χαρακτηρισμός βάρβαρος, ως ο ομιλών μια ακατάληπτη γλώσσα.

Ο όρος «βάρβαρος» θεωρείται ότι προέρχεται από τη προσπάθεια απόδοσης της ξενικής αυτής ομιλίας, βάσει της ερμηνείας των παραγόμενων ήχων (bar-bar), που έφτανε στα αυτιά των διαφόρων ελληνικών φυλών ως κάποιο είδος ψευδισμού. Παρόμοια νοοτροπία είχαν και οι Αιγύπτιοι, που, σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, αποκαλούσαν βαρβάρους όλους όσοι μιλούσαν διαφορετική γλώσσα, και για τους Σλάβους πιο πρόσφατα, οι οποίοι αποκαλούσαν τους Γερμανούς με το όνομα nemec, που σημαίνει τραυλός . Ο Αριστοφάνης στους Όρνιθες αποκαλεί τον αγράμματο επιστάτη βάρβαρο, ο οποίος όμως έμαθε στα πουλιά να μιλάνε. Τελικά, ο όρος επεκτάθηκε σε ολόκληρο τον τρόπο ζωής των ξένων, ταυτίστηκε δηλαδή με τους όρους «αμόρφωτος» ή «απολίτιστος». Έτσι, «ένας αγράμματος άνθρωπος είναι κι αυτός βάρβαρος».
Σύμφωνα με τον Διονύσιο της Αλικαρνασσού, ένας Έλληνας διέφερε από έναν βάρβαρο σε τέσσερα σημεία: εκλεπτυσμένη γλώσσα, εκπαίδευση, θρησκεία και νόμους . Η ελληνική εκπαίδευση έγινε συνώνυμη με την ευγενή ανατροφή. Ο Απόστολος Παύλος το θεωρούσε υποχρέωσή του να κηρύξει σε όλους τους λαούς το Ευαγγέλιο, σε «Έλληνες και βαρβάρους, σοφούς και ανόητους» .

Η διάκριση ανάμεσα σε Έλληνες και βαρβάρους διήρκεσε μέχρι τον 4ο αιώνα π.Χ. Ο Ευριπίδης θεωρούσε λογικό να κυριαρχήσουν οι Έλληνες στους βαρβάρους, γιατί οι πρώτοι προορίζονταν για ελευθερία, ενώ οι δεύτεροι για σκλαβιά . Ο Αριστοτέλης κατέληξε στο συμπέρασμα πως "η φύση ενός βαρβάρου κι ενός δούλου είναι ένα και το αυτό" . Η φυλετική διαφοροποίηση άρχισε να ξεθωριάζει με τη διδασκαλία των Στωικών, που δίδασκαν πως όλοι οι άνθρωποι είναι ίσοι απέναντι στον Θεό κι έτσι από τη φύση τους δεν μπορεί να υπάρχει ανισότητα μεταξύ τους. Με τον καιρό, η ονομασία Έλληνας έγινε σημάδι διανόησης κι όχι καταγωγής, όπως είπε κι ο Ισοκράτης.

Οι κατακτήσεις του Μεγάλου Αλεξάνδρου έφεραν την ελληνική επιρροή στην Ανατολή, "εξάγοντας" τον ελληνικό πολιτισμό και μεταβάλλοντας την εκπαίδευση και τις κοινωνικές δομές των περιοχών αυτών. Ο Ισοκράτης ανέφερε στον Πανηγυρικό του: "οι ταύτης μαθηταί των άλλων διδάσκαλοι γεγόνασι, και το των Ελλήνων όνομα πεποίηκε μηκέτι του γένους αλλά της διανοίας δοκείν είναι" . Ο Ελληνιστικός πολιτισμός είναι η εξέλιξη του κλασικού αρχαιοελληνικού πολιτισμού με παγκόσμιες προοπτικές. Παρομοίως, η ονομασία Έλληνας εξελίχτηκε από εθνική ονομασία σε πολιτιστικό όρο, που υποδήλωνε κάποιον που διήγαγε τη ζωή του σύμφωνα με τα ελληνικά ήθη και έθιμα.


Η σύγχρονη αγγλική λέξη Greek  προέρχεται από τη λατινική Graecus, η οποία με τη σειρά της προέρχεται από την ελληνική Γραικός, το όνομα φυλής Βοιωτών που μετανάστευσε στην Ιταλία τον 8ο αιώνα π.Χ..
Με αυτό το όνομα ήταν γνωστοί οι Έλληνες στη Δύση.
Ο Όμηρος, κατά την απαρίθμηση των βοιωτικών δυνάμεων στην Ιλιάδα (Κατάλογος των Νηών), παρέχει την πρώτη γραπτή αναφορά για μια πόλη της Βοιωτίας με το όνομα Γραία και ο Παυσανίας αναφέρει ότι Γραία ήταν το όνομα της αρχαίας πόλης της Τανάγρας. Η Κύμη, πόλη δυτικά της Νεάπολης και νότια της Ρώμης, ιδρύθηκε από Κυμείς και Χαλκιδείς, καθώς και κατοίκους της Γραίας. Στην επαφή αυτών των Βοιωτών αποίκων με τους Ρωμαίους ίσως και να οφείλεται η λατινική ονομασία Graeci για όλες τις ελληνόφωνες φυλές.

Ο Αριστοτέλης, η αρχαιότερη πηγή που αναφέρει τη λέξη αυτή, δηλώνει ότι κατακλυσμός "σάρωσε" την κεντρική Ήπειρο, περιοχή της οποίας οι κάτοικοι αποκαλούνταν Γραικοί κι αργότερα ονομάζονταν Έλληνες. Στη Μυθολογία, ο Γραικός είναι ξάδερφος του Λατίνου και η λέξη μάλλον σχετίζεται με τη λέξη γηραιός, που ήταν ο τίτλος των ιερέων της Δωδώνης.
Ονομάζονταν επίσης Σελλοί, κάτι που δείχνει τη σχέση μεταξύ των δυο βασικών ονομασιών των Ελλήνων. Η επικρατούσα θεωρία για τον αποικισμό της Ιταλίας είναι ότι τμήμα κατοίκων της Ηπείρου διέσχισαν τη Δωδώνη και μετοίκησαν στη Φθία και έγιναν γνωστοί ως Έλληνες, η φυλή που οδήγησε στην Τροία ο Αχιλλέας. Οι υπόλοιποι κάτοικοι αναμείχθηκαν με άλλες φυλές που κατέφτασαν αργότερα, χωρίς όμως να χάσουν το όνομά τους. Από εκεί ταξίδεψαν δυτικά προς την Ιταλία, πριν καταφτάσει το πρώτο κύμα αποικισμού στη Σικελία και την Κάτω Ιταλία τον 8ο αιώνα π.Χ.

Στην Ανατολή, καθιερώθηκε ένας εντελώς διαφορετικός όρος. Οι αρχαίοι λαοί της Μέσης Ανατολής αναφέρονταν στους Έλληνες ως Yunan, από την περσική λέξη Γιαουνά (Yaunâ), η οποία με τη σειρά της προέρχεται από την ελληνική Ιωνία, δηλαδή τα δυτικά παράλια της Μικράς Ασίας. Στα τέλη του 6ου αιώνα π.Χ., οι Πέρσες κατέκτησαν την ιωνική φυλή κι έτσι η ονομασία αυτή επεκτάθηκε για όλους τους Έλληνες.

Οι αρχαιότερες αναφορές στους Yaunâ βρίσκονται στις αυτοκρατορικές επιγραφές της δυναστείας των Αχαιμενιδών. Η πρώτη από αυτές (520 π.Χ.) είναι επιγραφή του Δαρείου Α` στο Μπεχιστούν (Behistun). Σε άλλη επιγραφή του Δαρείου Α`, στο Νακς-ι Ρουστάμ (Naqš-i Rustam), αναφέρονται οι Yaunâ με το ασπιδοειδές καπέλο. Αυτή η ονομασία προέρχεται από τη χρήση της καυσίας, δηλαδή του μακεδονικού πλατύγυρου καπέλο για τον ήλιο (παραλλαγής του πέτασου), και υπονοεί τους Μακεδόνες. Επίσης, επιγραφή του Ξέρξη στην Περσέπολη και τις Πασαργάδες μιλάει για Yaunâ, κοντά και πέρα από τη θάλασσα.
Όλοι οι λαοί υπό την περσική κυριαρχία υιοθέτησαν αυτό τον όρο και από εκεί προέρχεται η σανσκριτική λέξη Γιαβάνα, που συναντά κανείς σε αρχαία σανσκριτικά κείμενα, κι αργότερα αναφέρεται στους Έλληνες των ελληνιστικών βασιλείων της Ινδίας, καθώς και οι λέξεις Yona στη γλώσσα Πάλι και Yonaka(όρος με τον οποίο αυτοχαρακτηρίζονταν οι Έλληνες της Βακτρίας).
Ο όρος Yunan (युनान) χρησιμοποιείται σήμερα στα τουρκικά, τα αραβικά (يوناني), τα περσικά, τα αζερικά, τα ινδικά Χίντι (यूनान) και τις γλώσσες Μαλάι (Ινδονησία, Μαλαισία κα).

Η ονομασία Έλληνας απέκτησε εντελώς θρησκευτική σημασία στους πρώτους χριστιανικούς αιώνες μέχρι και το τέλος της πρώτης χιλιετίας, διάστημα κατά το οποίο διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία. Καίρια ήταν η επαφή με τον Ιουδαϊσμό, καθώς κληροδότησε τη θρησκευτική διαφοροποίηση των ανθρώπων. Οι Εβραίοι, όπως κι οι Έλληνες, διαφοροποιούσαν εαυτούς από τους ξένους, οι πρώτοι όμως με θρησκευτικά κι όχι πολιτιστικά κριτήρια.

Με την κατάκτηση των Ελλήνων από τη Ρώμη, όπως οι Έλληνες θεωρούσαν βαρβάρους όλους τους απολίτιστους λαούς, έτσι κι οι Εβραίοι θεωρούσαν όλους τους παγανιστές goyim (άπιστους, κυριολεκτικά "έθνη"). Η θρησκευτική αυτή διάκριση υιοθετήθηκε από τους πρώτους Χριστιανούς κι έτσι αναφέρονταν σε όλους τους παγανιστές ως Έλληνες.
Ο Απόστολος Παύλος στις Επιστολές του χρησιμοποιεί την ονομασία Έλληνας σχεδόν πάντα σε σχέση με την ονομασία Εβραίος, πιθανότατα με σκοπό να αντιπροσωπεύσει το σύνολο των δυο θρησκευτικών κοινοτήτων .

Ο Έλληνας χρησιμοποιείται με θρησκευτική σημασία για πρώτη φορά στην Καινή Διαθήκη, στο Κατά Μάρκον Ευαγγέλιον . Καθαρά θρησκευτική σημασία έφτασε να κατέχει ο όρος κατά το 2ο ή 3ο αιώνα μ.Χ. Ο Αθηναίος Αριστείδης αναφέρεται στους Έλληνες ως έναν από τους αντιπροσωπευτικούς παγανιστικούς λαούς, μαζί με τους Αιγύπτιους και τους Χαλδαίους. Αργότερα, ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς αναφέρει έναν ανώνυμο Χριστιανό συγγραφέα, που αποκαλούσε τους παραπάνω Έλληνες και μιλούσε για δυο παλιά έθνη κι ένα νέο: το χριστιανικό έθνος.

Από τότε και στο εξής, ο όρος δε σήμαινε εθνική καταγωγή ούτε ελληνική εκπαίδευση, αλλά γενικά παγανιστές, ανεξαρτήτου φυλής. Η προσπάθεια του Αυτοκράτορα Ιουλιανού να επαναφέρει τον παγανισμό απέτυχε και σύμφωνα με τον Πάπα Γρηγόριο Α`, "τα πράγματα εξελίχθηκαν υπέρ της Χριστιανοσύνης και η θέση των Ελλήνων επλήγη σοβαρά" . Μισό αιώνα αργότερα, Χριστιανοί διαμαρτύρονται εναντίον του Έπαρχου της Αλεξάνδρειας, κατηγορώντας τον ότι ήταν Έλληνας . Ο Θεοδόσιος Α` προέβη στα πρώτα "νομοθετικά" βήματα εναντίον του παγανισμού, αλλά οι νομοθετικές μεταρρυθμίσεις του Ιουστινιανού προκάλεσαν διώξεις των παγανιστών σε μαζικό βαθμό. Ο Ιουστινιάνειος Κώδικας περιείχε δυο νόμους, που διέτασσαν την ολοκληρωτική καταστροφή του Ελληνισμού, ακόμα και στο δημόσιο βίο. Οι μη-Χριστιανοί θεωρούνταν δημόσια απειλή, κάτι που υποβίβασε ακόμη περισσότερα τη σημασία του Έλληνα. Παραδόξως, σύμφωνα με το λεξικό της Σούδας, οΤριβωνιανός, ο ίδιος ο νομικός αρμοστής του Ιουστινιανού, ήταν "Έλληνας".


Την εποχή της πτώσης της Ρώμης (το 476 μ.Χ.) οι περισσότεροι κάτοικοι της Ανατολής είχαν φτάσει στο σημείο να θεωρούν τους εαυτούς τους Χριστιανούς και, περισσότερο από κάθε άλλη φορά, είχαν κάποια ιδέα ότι ήταν Ρωμαίοι. Ακόμη κι αν δε συμπαθούσαν τη διακυβέρνησή τους περισσότερο απ` ό,τι πριν, οι Έλληνες ανάμεσά τους δεν μπορούσαν πλέον να τη θεωρούν ξένη, ότι ασκούνταν από Λατίνους στην Ιταλία. Η ίδια η λέξη Έλλην είχε ήδη αρχίσει να σημαίνει ειδωλολάτρης παρά έναν άνθρωπο ελληνικής φυλής ή που μετείχε στον ελληνικό πολιτισμό. Αντίθετα η συνηθισμένη λέξη για έναν Έλληνα της Ανατολής είχε αρχίσει να είναι το Ρωμαίος, το οποίο εμείς οι σύγχρονοι αποδίδουμε ως Βυζαντινός.


Ρωμαίοι είναι η ονομασία με την οποία οι Έλληνες ήταν γνωστοί κατά τον Μεσαίωνα. Ενώ η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία εκχριστιανιζόταν, η θρησκευτική αλλοίωση του ονόματος Έλλην ολοκληρώθηκε. Στη διάρκεια εκείνης της περιόδου οι Έλληνες της Αυτοκρατορίας υιοθέτησαν την ονομασία Ρωμαίοι, επειδή η προηγούμενη είχε χάσει την παλαιότερη σημασία της. Έτσι ενώ η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία εξελληνιζόταν, το όνομα των Ελλήνων εκρωμαϊζόταν.

Το ξένο δανεικό όνομα αρχικά είχε περισσότερο πολιτική παρά εθνική σημασία, η οποία συνοδοιπορούσε με την οικουμενική ιδεολογία της Ρώμης που φιλοδοξούσε να περικλείσει όλα τα έθνη του κόσμου κάτω από ένα αληθινό Θεό. Μέχρι τις αρχές του 7ου αιώνα, όταν η Αυτοκρατορία ακόμη έλεγχε μεγάλες εκτάσεις και πολλούς ανθρώπους, η χρήση του ονόματος Ρωμαίος πάντα δήλωνε την κατοχή πολιτικών δικαιωμάτων και ποτέ καταγωγή. Διάφορες εθνότητες μπορούσαν να χρησιμοποιούν τα εθνικά ονόματά τους ή τα τοπωνύμια τους, για να αποσαφηνίζουν την κατοχή πολιτικών δικαιωμάτων από τη γενεαλογία, γι’ αυτό ο ιστορικός Προκόπιος προτιμά να αποκαλεί τους Βυζαντινούς εξελληνισμένους Ρωμαίους, ενώ άλλοι συγγραφείς χρησιμοποιούν Ρωμαιοέλληνες και Ελληνορωμαίοι, αποβλέποντας στο να δηλώσουν καταγωγή και κατοχή πολιτικών δικαιωμάτων συγχρόνως.

Οι εισβολές των Λομβαρδών και των Αράβων τον ίδιο αιώνα είχαν ως αποτέλεσμα την απώλεια των περισσότερων επαρχιών, συμπεριλαμβανομένων και της Ιταλίας και όλης της Ασίας, εκτός από την Ανατολία. Οι περιοχές που διατηρήθηκαν ήταν κυρίως ελληνικές, μετατρέποντας έτσι την αυτοκρατορία σε μια πολύ πιο συνεκτική ενότητα που τελικά εξελίχτηκε σε σαφώς ενσυνείδητη ταυτότητα. Διαφορετικά απ’ ότι τους προηγούμενους αιώνες, προς το τέλος της πρώτης χιλιετίας μ.Χ. εκφράζεται στα βυζαντινά έγγραφα μια ξεκάθαρη αίσθηση εθνικισμού.

Η αποτυχία των Βυζαντινών να προστατεύσουν τον Πάπα από τους Λομβαρδούς εξανάγκασε τον Πάπα να αναζητήσει βοήθεια αλλού. Στο αίτημά του απάντησε ο Φράγκος ηγεμόνας  Πιπίνος II από την Ακουϊτανία, τον οποίο είχε ονομάσει "Πατρίκιο", τίτλο που προκάλεσε σοβαρή σύγκρουση. Το 772, η Ρώμη έπαψε να μνημονεύει τον αυτοκράτορα  και στα 800 ο Καρλομάγνος στέφθηκε Ρωμαίος αυτοκράτορας από τον ίδιο τον Πάπα, επίσημα απορρίπτοντας τους Βυζαντινούς ως πραγματικούς Ρωμαίους. Σύμφωνα με τη ερμηνεία των γεγονότων από τους Φράγκους, ο παπισμός κατάλληλα "μετέφερε τη ρωμαϊκή αυτοκρατορική εξουσία από τους Έλληνες στους Γερμανούς, στο όνομα της Μεγαλειότητός του, του Καρόλου".

Στο εξής, ένας πόλεμος ονομάτων ξέσπασε γύρω από τα ρωμαϊκά αυτοκρατορικά δικαιώματα. Αδυνατώντας να αρνηθούν ότι υπήρχε αυτοκράτορας στην Κωνσταντινούπολη, ικανοποιούνταν αποκηρύσσοντας τον ως διάδοχο της ρωμαϊκής κληρονομιάς με το επιχείρημα ότι οι Έλληνες δεν είχαν καμιά σχέση με τη ρωμαϊκή κληρονομιά. Ο Πάπας Νικολάος Α` έγραψε στον Αυτοκράτορα Μιχαήλ Γ`, "Παύσατε να αποκαλείστε `Αυτοκράτωρ Ρωμαίων,` αφού οι Ρωμαίοι των οποίων ισχυρίζεστε ότι είστε Αυτοκράτορας, είναι στην πραγματικότητα βάρβαροι, κατά τη γνώμη σας".

Στο εξής, για τους Δυτικούς, ο αυτοκράτορας στην Ανατολή ήταν γνωστός και μνημονευόταν ως Αυτοκράτωρ Ελλήνων και η χώρα τους ως Ελληνική Αυτοκρατορία, διατηρώντας και τους δύο "Ρωμαϊκούς" τίτλους για τον Φράγκο βασιλιά. Το ενδιαφέρον και των δύο πλευρών ήταν περισσότερο κατ’ όνομα παρά πραγματικό. Καμιά γη δε διεκδικήθηκε ποτέ, αλλά η προσβολή που οι Βυζαντινοί αισθάνθηκαν για την κατηγορία καταδεικνύει πόσο συναισθηματικά συνδεδεμένοι ήταν με το όνομα Ρωμαίος. Ενδεικτικά, ο Επίσκοπος Λιουτπράνδος (Cremon Liutprand), απεσταλμένος της φραγκικής αυλής, φυλακίστηκε για σύντομο χρονικό διάστημα στην Κωνσταντινούπολη, επειδή δεν αναφέρθηκε στον Ρωμαίο αυτοκράτορα με τον κατάλληλο τίτλο του. Η φυλάκισή του θεωρήθηκε αντίμετρο στην ίδρυση της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας από τον Otto I (Όθωνα Α`).

Είναι γενικά αποδεκτό ότι  οι «Ρωμαίοι» των τελευταίων αιώνων του Βυζαντίου αποτελούσαν έθνος που σε μεγάλο βαθμό, και ειδικά μετά την κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης από τους Φράγκους το 1204, ταυτίζεται με το νεότερο ελληνικό έθνος.

Ο πρώτος που διατύπωσε αυτή την άποψη ήταν ο Α. Καλδέλλης (καθηγητής βυζαντινολόγος στο Παν/μιο του Οχάιο). Κατά τη γνώμη του οι Ρωμαίοι δεν θεωρούσαν τον εαυτό τους Έλληνες πριν το 1204 και ο Ελληνισμός ήταν κατασκευή των μορφωμένων η οποία κατά την Αυτοκρατορία της Νίκαιας έγινε το κύριο συστατικό μια εθνικιστικής ιδεολογίας.

Ο Χρήστος Μαλατράς διαπιστώνει ότι οι Ρωμαίοι των πηγών του 12ου-13ου αιώνα αποτελούν εθνική ομάδα που αναφέρεται με τους πρακτικά συνώνυμους όρους γένος, έθνος και φύλο. Ο όρος «Ρωμαίος» δεν ταυτίζεται με τον υπήκοο του Βυζαντίου αφού αποδίδεται και σε χριστιανούς υπό τον Τούρκο σουλτάνο ενώ υπάρχουν υπήκοοι του Βυζαντίου που δεν θεωρούνται Ρωμαίοι αλλά «αλλογενείς» και «βάρβαροι». Επίσης διαπιστώνει ότι ο όρος δεν είναι κατασκευή των μορφωμένων αφού αναγνωρίζεται και από τον λαό. Γεωγραφικές περιοχές του Βυζαντίου όπως η Σερβία, η Βουλγαρία και η Κιλικία δεν θεωρούνταν «περιοχές των Ρωμαίων» ενώ ταυτόχρονα «αλλογενείς» κατοικούσαν σε περιοχές Ρωμαίων. Πρόσωπα που δεν υπάκουαν στον αυτοκράτορα δεν έπαυαν να θεωρούνται Ρωμαίοι. Δεν ονομάζονταν έτσι οι Σλάβοι και Αιγύπτιοι χριστιανοί ορθόδοξοι ούτε αρκούσε η γνώση της ελληνικής γλώσσας για να ονομαστεί κάποιος Ρωμαίος. Τα κύρια όρια αυτής της εθνικής ομάδας, η ορθοδοξία και η ελληνική γλώσσα, έπρεπε να είχαν αποκτηθεί εκ γενετής.


Την ίδια εποχή (12ος-13ος αι.) οι Ρωμαίοι της αρχαίας Ρώμης γίνονται αντιληπτοί ως Άλλοι. Απορρίπτεται το πρό Μεγάλου Κωνσταντίνου λατινικό παρελθόν και αποκαθίσταται το αρχαίο ελληνικό ενώ αναγνωρίζεται ότι η χριστιανική θρησκεία δεν επαρκεί για να σχηματιστεί η ταυτότητα αυτής της εθνικής ομάδας η οποία επιβιώνει στους επόμενους αιώνες μέχρι τον σχηματισμό έθνους-κράτους τον 19ο αιώνα. Τότε επισήμως υιοθετείται το όνομα Έλληνας αντί του Ρωμαίος.

Ο όρος "Βυζαντινή Αυτοκρατορία" επινοήθηκε το 1557, έναν αιώνα περίπου μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης από τον Γερμανό ιστορικό Ιερώνυμο Βολφ (Hieronymus Wolf), ο οποίος εισήγαγε ένα σύστημα βυζαντινής ιστοριογραφίας στο έργο του Corpus Historiae Byzantinae, για να διακρίνει την αρχαία ρωμαϊκή από τη μεσαιωνική ελληνική ιστορία, χωρίς να στρέψει την προσοχή προς τους αρχαίους προγόνους τους. Αρκετοί συγγραφείς υιοθέτησαν την ορολογία του στη συνέχεια, αλλά παρέμεινε σχετικά άγνωστη. Όταν το ενδιαφέρον αυξήθηκε, οι Άγγλοι ιστορικοί προτιμούσαν να χρησιμοποιούν ορολογία "ρωμαϊκή" (ο Έντουαρντ Γκίμπον (Edward Gibbon) τη χρησιμοποιούσε με έναν ιδιαίτερα μειωτικό τρόπο)• ενώ οι Γάλλοι ιστορικοί προτιμούσαν να την ονομάζουν "ελληνική". Ο όρος επανεμφανίστηκε στα μέσα του 19ου αιώνα και από τότε έχει κυριαρχήσει πλήρως στην ιστοριογραφία, ακόμη και στην Ελλάδα, παρά τις αντιρρήσεις του Κωνσταντίνου Παπαρρηγόπουλου  ότι η αυτοκρατορία θα έπρεπε να καλείται "Ελληνική". Λίγοι Έλληνες λόγιοι υιοθέτησαν την ορολογία εκείνη την εποχή, αλλά έγινε δημοφιλής μόνο το δεύτερο μισό του 20ου αιώνα.

H εξωεκκλησιαστική χρήση της ονομασίας Έλληνας αναβίωσε τον 9ο αιώνα, μετά την έκλειψη του παγανισμού, που δεν ήταν πλέον απειλή για την κυριαρχία του Χριστιανισμού. Ο όρος στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία απέκτησε αρχικά την πολιτισμική του σημασία και μέχρι τον 11ο αιώνα απέκτησε την αρχική του σημασία: του ανθρώπου με ελληνική καταγωγή, συνώνυμου εκείνη την εποχή με τον όρο Ρωμαίος.

Η επανίδρυση του Πανεπιστημίου της Κωνσταντινούπολης στο παλάτι της Μαγναύρας δημιούργησε ενδιαφέρον για την απόκτηση γνώσης, ιδιαίτερα στις ελληνικές σπουδές. Ο Πατριάρχης Φώτιος Α΄ ενοχλείτο που "οι ελληνικές σπουδές προτιμώνταν αντί των πνευματικών έργων". Ο Μιχαήλ Ψελλός λαμβάνει ως φιλοφρόνηση τα λόγια του Αυτοκράτορα Ρωμανού Γ`, ότι "είχε ελληνική ανατροφή" και ως αδυναμία του Αυτοκράτορα Μιχαήλ Δ`την έλλειψη ελληνικής εκπαίδευσης , ενώ η Άννα Κομνηνή ισχυριζόταν ότι "κατείχε τη σπουδή των Ελληνικών στο μέγιστο βαθμό" και, σχολιάζοντας την ίδρυση ορφανοτροφείου από τον πατέρα της, ανέφερε πως "εκεί μπορούσε να δει κανείς να εκπαιδεύεται ένας Λατίνος, ένας Σκύθης να μελετά Ελληνικά, ένας Ρωμαίος να διαβάζει ελληνικά κείμενα κι ένας αγράμματος Έλληνας να μιλάει σωστά Ελληνικά" . Σε αυτή την περίπτωση, μπορεί να λεχθεί πως οι Βυζαντινοί ήταν Ρωμαίοι σε πολιτικό επίπεδο αλλά Έλληνες στην καταγωγή.

Ο Ευστάθιος ο Θεσσαλονικεύς αποσαφηνίζει το διαχωρισμό αυτό στην αναφορά του για την Άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1204: στους εισβολείς αναφέρεται με το γενικό όρο Λατίνοι, περιλαμβάνοντας τους συναφείς με τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, ενώ με τον όρο Έλληνες αναφέρεται στον κυρίαρχο πληθυσμό της αυτοκρατορίας .

Μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους, τονίζεται ο ελληνικός εθνικισμός. Ο Νικήτας Χωνιάτης υπογράμμιζε τα αίσχη των Λατίνων απέναντι στους Έλληνες στην Πελοπόννησο . Ο Νικηφόρος Βλεμμύδης ανέφερε ως "Έλληνες" τους Βυζαντινούς αυτοκράτορες .

Ο δεύτερος Αυτοκράτορας της Νίκαιας Ιωάννης Γ΄ Δούκας Βατάτζης απηύθυνε μια επιστολή στον Πάπα Γρηγόριο Θ` σχετικά με τη "φρόνηση, η οποία επιδαψιλεύει το Ελληνικόν Έθνος". Υποστήριζε ότι η μεταβίβαση της αυτοκρατορικής εξουσίας από την Ρώμη στην Κωνσταντινούπολη υπαγορεύθηκε από εθνικούς μάλλον παρά από γεωγραφικούς λόγους και, κατά συνέπεια, δεν ανήκε στους Λατίνους που είχαν καταλάβει την Κωνσταντινούπολη: Η κληρονομιά του Κωνσταντίνου του Μεγάλου μεταβιβάσθηκε στους Έλληνες, έτσι υποστήριζε, και αυτοί μόνοι ήσαν οι κληρονόμοι και διάδοχοί του.
Ο γιος του Θεόδωρος Β΄ Λάσκαρις επιθυμούσε σφοδρότατα να προβάλει το όνομα των Ελλήνων, με πραγματικό εθνικιστικό ζήλο. Προέβαλε ως επιχείρημα ότι "η Ελληνική φυλή επικρατεί των άλλων γλωσσών" και ότι "κάθε τομέας φιλοσοφίας και κάθε μορφή γνώσης είναι επινόηση των Ελλήνων… Τι έχετε, εσείς, ώ Ιταλοί, να επιδείξετε;"

Η εξέλιξη του ονόματος ήταν αργή και ποτέ δεν αντικατέστησε πλήρως το "ρωμαϊκό" όνομα. Ο Νικηφόρος Γρηγοράς ονόμασε το ιστορικό έργο του "Ρωμαϊκή Ιστορία". Ο Αυτοκράτορας Ιωάννης ΣΤ` Καντακουζηνός, μέγας υποστηρικτής της ελληνικής παιδείας, στα απομνημονεύματά του αναφέρεται πάντα στους Βυζαντινούς με τον όρο "Ρωμαίοι", εν τούτοις σε μια επιστολή που του απέστειλε ο Σουλτάνος της Αιγύπτου Νάσερ Χασάν μπεν Μοχάμεντ, τον μνημονεύει ως "Αυτοκράτορα των Ελλήνων, Βουλγάρων, Ασάνων, Βλάχων, Ρώσων και Αλανών", όχι όμως των "Ρωμαίων". Τον επόμενο αιώνα ο Γεώργιος Γεμιστός ή Πλήθων υπέδειξε στον Κωνσταντίνο 11ο Παλαιολόγο ότι ο λαός, του οποίου ηγείται, είναι "Έλληνες, όπως πιστοποιεί η φυλή, η γλώσσα και η παιδεία τους", ενώ ο Λαόνικος Χαλκοκονδύλης συνηγορούσε υπέρ της ολοσχερούς αντικατάστασης του όρου "Ρωμαίοι" με τον όρο "Έλληνες". Ο ίδιος ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος τελικά ανακήρυξε την Κωνσταντινούπολη ως το "καταφύγιο των Χριστιανών, ελπίδα και αγάπη όλων των Ελλήνων".

Μετά την πτώση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και κατά τη διάρκεια της οθωμανικής κατοχής, ξεκίνησε μια σφοδρή ιδεολογική διαμάχη ανάμεσα στις τρεις διαφορετικές ονομασίες των Ελλήνων. Η διαμάχη αυτή κόπασε για κάποιο χρονικό διάστημα μετά την Ελληνική Επανάσταση του 1821, αλλά επιλύθηκε οριστικά μόλις στις αρχές του 20ού αιώνα, μετά την ανακατάληψη της Μικράς Ασίας από τους Τούρκους.

Η προετοιμασία του ελληνισμού για την εθνική του αφύπνιση, είναι σαφές ότι περιέχει πολλές παραμέτρους οι οποίες και θα αναλυθούν, ώστε να γίνουν κατανοητές οι ζυμώσεις της προεπαναστατικής περιόδου. Η συμβολή του Νεοελληνικού Διαφωτισμού στην προετοιμασία της αφύπνισης του ελληνικού έθνους είναι μεγάλη, καθώς με τα έργα των Ελλήνων διανοούμενων της εποχής, συνέβαλλαν στη διαμόρφωση της νεοελληνικής συνείδησης, της γλώσσας και της εκπαίδευσης των Ελλήνων. Οι διανοούμενοι θεώρησαν την παιδεία βασικό θεμέλιο της εθνικής αφύπνισης. Το πνευματικό αυτό κίνημα αποτέλεσε την κινητήρια δύναμη για τoν σκοπό αυτό, μεταφέροντας τις ιδέες του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού με την μετάφραση των έργων των μεγάλων Διαφωτιστών της Δύσης. Ως αποτέλεσμα του ξεσπάσματος του Αιώνα των Φώτων την περίοδο αυτή στην Ευρώπη, παρατηρείται το φαινόμενο της εμφάνισης εθνικών ομάδων οι οποίες, αν κι ακόμη ζουν μέσα στις πολυεθνικές αυτοκρατορίες, αρχίζουν να αναζητούν την ανεξαρτησία τους.
Στον ελληνικό χώρο τα πράγματα είναι διαφοροποιημένα. Η Ελλάδα ήταν ένα κράμα γλωσσών, πολιτισμών, εθνοτήτων και θρησκειών. Επίσης, ήταν τμήμα μιας πολυεθνικής αυτοκρατορίας η οποία δεν είχε καμία σχέση με την Ευρώπη. Η έλλειψη παιδείας και νόμων ήταν το βασικό χαρακτηριστικό της. Οι σουλτάνοι δεν ήταν φίλοι των γραμμάτων, των τεχνών και των επιστημών, όπως οι Ευρωπαίοι μονάρχες οι οποίοι τα καλλιεργούσαν στις αυλές τους. Το Οθωμανικό κράτος είχε εντελώς διαφορετικό χαρακτήρα, άλλη κυρίαρχη θρησκεία, άλλους θεσμούς, άλλη πολιτική οργάνωση. Τα έθνη που διαβιούσαν στην αυτοκρατορία χωρίζονταν σε μιλέτια, το μιλέτι των πιστών, το μιλέτι των Εβραίων και το μιλέτι των Ρωμιών (Ρούμ). Είναι, όμως γεγονός ότι οι υπόδουλοι Έλληνες ήταν σε καλύτερη κατάσταση από τα άλλα μιλέτια, καθώς είχαν τη δική τους διοίκηση και συμμετείχαν και στη διοίκηση της Αυτοκρατορίας. Οι βασικές έννοιες που θα προσεγγιστούν, είναι του Γένους και του Έθνους, καθώς και θα αναλυθούν τα τρία εθνικά ονόματα, Ρωμιός, Γραικός και Έλληνας. Είναι γεγονός ότι σε όλη τη διάρκεια του Νεοελληνικού Διαφωτισμού του οποίου κύριος σκοπός ήταν ο φωτισμός του Γένους και η προετοιμασία για την ανάστασή του, εκφράστηκαν απόψεις για το θέμα του ονοματισμού του αλλά και της γλώσσας του.
Οι έννοιες Γένους και Έθνους άλλοτε συγκλίνουν και άλλοτε αποκλίνουν. Στα κείμενα του Διαφωτισμού συνυπάρχουν και οι δύο, πολλές φορές με διαφορετικές αποχρώσεις. Στην αρχή, το Γένος βασίζεται στην καταγωγή, ενώ σε μεταγενέστερους εκπροσώπους του Διαφωτισμού και κυρίως τους ριζοσπαστικούς χάνει την οικουμενικότητά του. Κι αυτό για το λόγο ότι, οι επιδιώξεις του Γένους αλλάζουν και στρέφεται προς τη δημιουργία εθνικού κράτους και έτσι, εμφανίζεται ο όρος Έθνος. Με τον όρο Γένος εννοείται το σύνολο των Ελλήνων που κατοικεί στην πάλαι ποτέ Βυζαντινή Αυτοκρατορία, το οποίο είναι κληρονόμος της. Κύρια επιδίωξη, η ανάσταση της αυτοκρατορίας που τώρα βρίσκεται εφήμερα κάτω από την κυριαρχία άπιστου κατακτητή με την ανοχή του οποίου, οι υπόδουλοι αναρριχήθηκαν στις διοικητικές τάξεις και έλαβαν μέρος της εκτελεστικής εξουσίας καθώς και προνόμια . Κατά κάποιο τρόπο το Γένος είναι σε αναλογία με τη θρησκευτική ταυτότητα των Ελλήνων, δεν ερχόταν σε ρήξη με την αυτοκρατορία και ήταν ενταγμένο στο μιλέτ, τη θρησκευτική ομάδα που ήταν θεσμός των Οθωμανών. Αντίθετα το Έθνος, εκφράζει τις νέες ιδέες. Ο όρος είναι αποτέλεσμα των εθνικιστικών τάσεων, βασισμένος στα κηρύγματα των Διαφωτιστών, της Γαλλικής επανάστασης και στη στροφή προς την Αρχαία Ελλάδα με πρότυπα την Αθήνα και τη Σπάρτη. Η επιδίωξη εδώ είναι η δημιουργία εθνικού δημοκρατικού κράτους, το οποίο δεν έχει κέντρο του την Πόλη αλλά την κυρίως Ελλάδα. Παρατηρείται η εμφάνιση του όρου, «ελληνική πατρίδα». Όπως μπορούμε να συμπεράνουμε, το Έθνος δεν έχει να κάνει με τη θρησκεία αλλά με την πολιτική και είναι μεταγενέστερο . Η ύπαρξη των όρων αυτών έρχεται σε αντιστοιχία και με την ονοματοθεσία των Ελλήνων στην οποία κυριαρχούν τρία ονόματα.
Καταρχήν, είναι οι Ρωμιοί που υποστηρίζονται από τους εκπροσώπους της Εκκλησίας και τα μέλη της άρχουσας ελληνικής τάξης, στενά συνδεδεμένα με αυτή, τους Φαναριώτες, καθώς και οι αξιωματούχοι του σουλτάνου οι οποίοι έχουν στα χέρια τους την τοπική αυτοδιοίκηση. Φυσικά, οι πρόμαχοι του τίτλου αυτού επιθυμούν τη, με κάθε τρόπο, διατήρηση του Αυτοκρατορικού μοντέλου.

Ο όρος Ρωμιός την εποχή αυτή είναι γεγονός ότι κατέχει περισσότερο θρησκευτικό χαρακτήρα, παρά πολιτικό ή εθνικό. Ο Καταρτζής δίνοντας τον ορισμό της έννοιας, την εξισώνει με τη θρησκεία, Ρωμιός χριστιανός. Βασίζεται, δηλαδή, στον προσδιορισμό του έθνους μέσα από το χώρο του μιλετίου και όχι της ιθαγένειας . Η καταγωγή του ονόματος των Ρωμιών έρχεται από τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Είναι γνωστό ότι κατά τους πρώτους αιώνες της, οι θεσμοί και η δομή της, ήταν εξισωμένοι με τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία της οποίας φυσική συνέχεια ήταν η Βυζαντινή. Με τον εξελληνισμό της, όμως, άρχισε να μεταβάλλεται και να απομακρύνεται από αυτήν. Όχι, όμως, και το όνομα που εξακολούθησε να δηλώνει την ταυτότητα των κατοίκων της αυτοκρατορίας . Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η Εκκλησία η οποία εκπροσωπούνταν από το Οικουμενικό Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης, ήταν αυστηρά ιεραρχημένη, ενώ παράλληλα, τύγχανε προνομίων, όπως οικονομική διαχείριση, δικαστική εξουσία και σχετική διοικητική αυτονομία. Ο Πατριάρχης ήταν ενταγμένος στους διοικητικούς θεσμούς των Οθωμανών, και όπως γινόταν για όλα τα αξιώματα, ιδίως κατά την εποχή που αναφέρεται, λάμβανε τον πατριαρχικό θώκο με εξαγορά από το κράτος. Το Πατριαρχείο προσπάθησε να προβάλλει τη γλώσσα των εκκλησιαστικών κειμένων και τη διδασκαλία της, έχοντας έδρα του τη συνοικία, Φανάρι, της Πόλης, όπου και εδραιώθηκε και η ελληνική αριστοκρατία, οι Φαναριώτες.
Οι Φαναριώτες αποτέλεσαν καθοριστικό παράγοντα του Γένους για το λόγο ότι, είχαν στα χέρια τους εκτελεστική εξουσία. Η διοικητική μηχανή των Οθωμανών στηριζόταν στο Βυζάντιο εξαιτίας, όμως, της αποφυγής των σουλτάνων να δίνουν σε ομόθρησκά τους άτομα υψηλές διοικητικές θέσεις, τις πρόσφεραν στην αριστοκρατική τάξη των Ελλήνων. Τα αξιώματα του Μεγάλου Δραγουμάνου και του Δραγουμάνου του Στόλου δόθηκαν στους Φαναριώτες. Μπαίνοντας οι υπόδουλοι στην διοίκηση των απίστων, το θεώρησαν σαν απαρχή της αφύπνισής τους. Με την πάροδο του χρόνου, οι Φαναριώτες κέρδιζαν όλο και μεγαλύτερα προνόμια και αξιώματα. Γίνονταν Οσποδάροι, διοικητές των Παραδουνάβιων Ηγεμονιών. Εκεί, όντας όμοροι με την Ευρώπη, έφεραν στις Αυλές τους την επιστήμη, τη διανόηση και την παιδεία των Διαφωτιστών. Με αυτόν τον τρόπο, πέρασαν οι νέες ιδέες στον Ελληνικό χώρο. Τέλος, οι Φαναριώτες είχαν και καλή σύνδεση με τη Ρωσία πάνω στην οποία αυτοί και η Εκκλησία στήριζαν τις ελπίδες τους για απελευθέρωση. Σε πολλές περιοχές της σημερινής κυρίως Ελλάδας, υπήρχε οργανωμένη τοπική αυτοδιοίκηση με κύριο μέλημά της τη συλλογή της φορολογίας. Και αυτοί οι αξιωματούχοι, οι κοτζαμπάσηδες, οι πρόκριτοι και οι δημογέροντες ήταν με το μέρος των Φαναριωτών και της Εκκλησίας. Ελπίδα τους ότι με την παρακμή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, που ήδη διαφαινόταν, θα ανέβαιναν Χριστιανοί, ακόμη και στον Αυτοκρατορικό θρόνο και θα έφερναν την αναβίωση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.
Παράλληλα με το όνομα των Ρωμιών, η ονομασία Γραικοί υποστηρίζεται από παράγοντες του εξωτερικού και τους Έλληνες της διασποράς. Ήδη από παλαιότερα υπήρχαν στην Ευρώπη Ελληνικές παροικίες στις οποίες παρατηρήθηκε μεγάλη εκδοτική δραστηριότητα. Είναι γνωστό ότι μετά την άλωση πολλοί Βυζαντινοί λόγιοι πήγαν στην Ευρώπη και βοήθησαν στη μελέτη των Αρχαίων Ελλήνων, πάνω στην οποία είχαν στηριχθεί το κίνημα της Αναγέννησης και του Διαφωτισμού. Εξαιτίας των πολιτικών ζυμώσεων που λαμβάνουν χώρα στην Ευρώπη την περίοδο αυτή, έρχονται σε άμεση επαφή με τις νέες πολιτικές ιδέες και όπως είναι φυσικό, έρχονται σε ρήξη με το αυτοκρατορικό μοντέλο. Οι παράγοντες αυτοί είναι οι έμποροι, επιχειρηματίες, καθώς και τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα τα οποία ενστερνίζονται τις ριζοσπαστικές ιδέες, επιθυμώντας κοινωνική ανάδειξη και συμμετοχή στη λήψη των αποφάσεων. Η στροφή προς την Ευρώπη έγινε κάτω από συγκεκριμένους παράγοντες. Πρώτα, πρώτα ήταν ομόδοξη, παρά τις δογματικές διαφορές. Επίσης, θαύμαζε το αρχαίο Ελληνικό μεγαλείο, ενώ ο Ευρωπαϊκός Πολιτισμός θεμελιωνόταν στον Ελληνορωμαϊκό. Το γεγονός της παραμονής των Ελλήνων στην Ευρώπη τους βοήθησε ώστε να λάβουν ευρωπαϊκή παιδεία και σκέψη.

Οι Ναπολεόντειοι Πόλεμοι έδωσαν σε πολλούς Έλληνες την ελπίδα ότι θα απελευθερωνόταν η Ελλάδα από τον Ναπολέοντα. Το γεγονός αυτό γινόταν πιο έντονο με την διάδοση της πιθανότητας ότι εκείνος καταγόταν από την Ελλάδα. Ο πολιτικός στόχος του Γάλλου Αυτοκράτορα, όμως, καμία σχέση δεν είχε με τις επιδιώξεις των Ελλήνων. Το σίγουρο είναι ότι από τους πολέμους αυτούς επωφελήθηκαν οι Έλληνες έμποροι οι οποίοι κινδυνεύοντας διακινούσαν στα ευρωπαϊκά λιμάνια τα προϊόντα τους, εκεί που ο αποκλεισμός του Ναπολέοντα δεν επέτρεπε την είσοδο αγγλικών καραβιών.

Οι παράγοντες αυτοί, λοιπόν, ώθησαν τους υπόδουλους να ελπίζουν ανάλογα με τις απόψεις τους σε δύο κυρίως δυνάμεις, τη Ρωσία και τη Γαλλία. Καταρχήν, στηρίζονταν στη Ρωσία, η οποία βασιζόμενη στην ελπίδα των Ελλήνων ότι ήταν φυσικός προστάτης τους, ως ομόδοξη, προσπαθούσε να εξυπηρετήσει τα συμφέροντά της στη νοτιοανατολική Ευρώπη. Κύρια επιδίωξη της Ρωσίας ήταν η έξοδός της στον Εύξεινο Πόντο και τη Μεσόγειο και αυτό αποτέλεσε αιτία πολλών ρωσοτουρκικών πολέμων. Θα μπορούσε να ειπωθεί ότι η ουσιαστικότερη συμβολή της Ρωσίας ήταν η Συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή το 1774. Με αυτήν τη συνθήκη τα ελληνικά πλοία μπορούσαν με ρωσική σημαία να διασχίζουν το Αιγαίο και τον Εύξεινο Πόντο. Ουσιαστικά, όμως, ήταν συνθήκη που ρύθμιζε τις ρωσοτουρκικές διαφορές. Όσο για τα ελληνικά πλοία, αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη κίνηση των Ρώσων υπέρ των Ελλήνων, αλλά απλά μία θετική συγκυρία. Εξάλλου, κατατοπιστικός σχετικά με τους Ρώσους και του θρύλου περί «Ξανθού Γένους», είναι ο Αδαμάντιος Κοραής. Ο Κοραής θεωρεί ότι οι Έλληνες πρέπει να βασιστούν στην Γαλλία, στηριζόμενος στο Διαφωτισμό που έχει προηγηθεί αλλά και στη ρωσική κυριαρχία στα Επτάνησα, η οποία δεν βοήθησε σε τίποτα τους Επτανήσιους, και με ενδιαφέροντα επιχειρήματα εξισώνει τους Γάλλους με τους Αρχαίους Έλληνες. Ο Κοραής γενικά προτείνει την υιοθέτηση του ονόματος Γραικός, για τον λόγο ότι οι Ευρωπαίοι αποκαλούσαν τους Έλληνες με αυτόν τον τρόπο. Ο ίδιος είχε ζήσει στη Γαλλία και θεωρούσε ότι η στροφή σ’ αυτήν είναι απαραίτητη γιατί, η αφύπνιση του Γένους έπρεπε να στηριχθεί στην παιδεία, άρα στο σχολείο της Ευρώπης τη Γαλλία. Είναι αντίθετος με το αυτοκρατορικό μοντέλο και την ονομασία Ρωμιός, ενώ παράλληλα προτείνει το όνομα Έλληνας.

Τέλος, η ονομασία Έλληνες, υποστηρίζεται κυρίως από αυτούς που θεωρούν απαραίτητη τη σύνδεση με την αρχαιότητα. Έρχονται και αυτοί σε σύγκρουση με το αυτοκρατορικό μοντέλο και καταφεύγουν στην ευρωπαϊκή βοήθεια με κυριότερο αίτημα την ένταξή τους στο δυτικό κόσμο. Αποστρέφονται το Βυζάντιο το οποίο εξάλλου είχε καταδιώξει το αρχαιοελληνικό πνεύμα. Η ονομασία αυτή συνδέεται με την γέννηση της εθνικής συνείδησης που ήταν αποτέλεσμα της έλευσης των Διαφωτιστικών ιδεών και της εθνικιστικής έξαρσης στην Ευρώπη. Κορμός αυτής της κίνησης ήταν η αναζήτηση της κοινής καταγωγής με τους Αρχαίους Έλληνες και της αναγωγής της αρχαιότητας σε καίριο κρίκο για την εθνική αφύπνιση και ολοκλήρωση. Είναι γεγονός ότι η σύνδεση με την αρχαιότητα έγινε σε πρώτο βαθμό με την εμφάνιση αρχαιοελληνικών ονομάτων στα παιδιά των Ελλήνων και στα πλοία τους. Επίσης, η συμβολή του Νεοελληνικού Διαφωτισμού σ’ αυτήν την κατεύθυνση στάθηκε μεγάλη. Το κίνημα βοήθησε στη διάδοση των αρχαίων ιδεών με τη μελέτη τους και στην προσπάθεια μορφοποίησης μιας ελληνικής γλώσσας καθαρής από τις ξένες επιρροές και κοντινής στην Αρχαία Ελληνική. Αν και οι απόψεις ποικίλουν μεταξύ των διαφωτιστών, αρχαϊστών και δημοτικιστών, χαρακτηριστική είναι η άποψη του πλέον μετριοπαθούς Διαφωτιστή, του Αδαμάντιου Κοραή, που πρότεινε τη μέση οδό και στη γλώσσα. Το σημαντικό στοιχείο είναι η τάση της απομάκρυνσης από τους συντηρητικούς κύκλους και η συνειδητοποίηση ότι για την απελευθέρωση είναι απαραίτητη η σύνδεση με τους προγόνους.
Χαρακτηριστική είναι η άποψη των Δημητριέων οι οποίοι προτείνουν την ονομασία Έλληνες εξηγώντας παράλληλα και την προέλευση των άλλων δύο ονομασιών, Ρωμιών και Γραικών. Οι Δημητρειείς μιλούν υποτιμητικά για το όνομα Ρωμιός, επειδή αυτό προέρχεται από τους Ρωμαίους που ήταν τύραννοι της Ελλάδας . Τέλος είναι και η άποψη του Ρήγα ο οποίος, αν και αναθρεμμένος σε Φαναριώτικο περιβάλλον, μίλησε για Έλληνες και μία πολυεθνική Ελληνική Δημοκρατία στα όρια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Είναι προφανές ότι μεταξύ των δύο τελευταίων ονομασιών ενυπάρχει μία συγγένεια, ως προς τις επιδιώξεις τους. Οι υποστηρικτές των όρων αυτών είναι οι ριζοσπάστες, αυτοί που δεν αποδέχονται την Αυτοκρατορία και την «Ελέω Θεού» εξουσία. Είναι εκείνοι που ενστερνίστηκαν και αφομοίωσαν τα διδάγματα των καιρών και έστρεψαν τις ελπίδες τους στην Ευρώπη και τη Δύση. Εκείνοι που πρώτοι απαίτησαν πλήρη ανεξαρτητοποίηση από την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Αντιμετώπισαν το Έθνος όχι σαν ποίμνιο, αλλά σαν έθνος που θέλει, και δικαιούται, να αποφασίζει για την τύχη του. Συμπερασματικά, μέσα στις ιδεολογικές και πολιτικές ανακατατάξεις της περιόδου τίθενται θεμελιώδη ζητήματα για τον ελληνισμό. Η περίοδος αυτή είναι από τις πλέον σημαντικές για το λόγο ότι αποτελεί την απαρχή της εθνικής παλιγγενεσίας και της επιδίωξης για την απομάκρυνση των Ελλήνων από το πλαίσιο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Το σημαντικότερο ίσως στοιχείο είναι η διαμόρφωση της νεοελληνικής συνείδησης και της εθνικής ταυτότητας. Σ’ αυτήν την περίοδο τίθενται οι βάσεις για τη διαμόρφωση της νεοελληνικής γλώσσας και την απαλλαγή της από τις ξένες προσμείξεις, και της παιδείας αμφότερα στοιχεία ταυτότητας και διαμόρφωσης του Νεοέλληνα. Όλοι αυτοί οι παράγοντες θα οδηγήσουν την ελληνική κοινωνία στην ανάσταση και θα θέσουν τις βάσεις του Νεοελληνικού Κράτους.

Δώδεκα λόγοι για τους οποίους δεν δημοσιεύονται δικά σας γνωμικά στο Γνωμικολογικόν

Δημοσιεύθηκε Σεπτεμβρίου 20, 2017 από papathm
Κατηγορίες: Χρήσιμες πληροφορίες

 

Από το blog Γνωμικολόγος:

Πολύ συχνά, κάποιοι φίλοι του Γνωμικολογικού μου στέλνουν δικά τους γνωμικά για να συμπεριληφθούν στην ιστοσελίδα. Και έρχομαι σε δύσκολη θέση επειδή πρέπει να αρνηθώ παρόλο που, μερικές φορές, κάποια από αυτά μπορεί να είναι αξιόλογα.

Λέγοντας «δικά τους γνωμικά» δεν εννοώ γνωμικά από την προσωπική τους συλλογή με φράσεις από διάφορες πηγές (αυτά δημοσιεύονται), αλλά δικές τους προσωπικές σκέψεις διατυπωμένες σε αποφθεγματικό ύφος.
Ονομάζω αυτήν την κατηγορία φράσεων «Προσωπικούς Αφορισμούς».

Η πολιτική της ιστοσελίδας σε αυτό το θέμα είναι απλή:
προσωπικοί αφορισμοί δεν δημοσιεύονται στο Γνωμικολογικόν.

Καταρχήν να ξεκαθαρίσω ότι δεν αντιμετωπίζω αυτήν την έφεση για συγγραφή αφορισμών σαν κάποια ενοχλητική ιδιορρυθμία. Αντίθετα, τη βρίσκω απολύτως φυσιολογική. Όταν σε κάποιον αρέσουν τα γνωμικά, ασχολείται και ξεψαχνίζει το Γνωμικολογικόν, αναπόφευκτα επηρεάζεται. Μπαίνει σε μια λογική αποφθεγματικής έκφρασης και είναι αναμενόμενο να σκεφτεί κάποια στιγμή κάτι δικό του που θεωρεί έξυπνο, πρωτότυπο και άξιο να συμπεριληφθεί στην ιστοσελίδα. Είναι όπως όταν διαβάζει κανείς ποίηση: μετά από λίγο έχει τη διάθεση και, ίσως, την έμπνευση να γράψει ένα δικό του ποίημα.

Επιπλέον το γνωμικό είναι σχετικά εύκολο. Το φορμάρισμα μιας σκέψης σε ένα σύντομο, αφορισμό δεν έχει ιδιαίτερη δυσκολία, αντίθετα με κάτι πιο απαιτητικό όπως ένα ποίημα ή ένα πεζογράφημα. Και από τη στιγμή που κάποιος θέλει να διαδώσει τους αφορισμούς του, είναι λογικό να σκεφτεί ότι αυτό μπορεί να γίνει μέσα από το Γνωμικολογικόν.

Αλλά, δυστυχώς, αυτή η δυνατότητα δεν υπάρχει. Η απάντηση που δίνω στα αιτήματα για δημοσίευση προσωπικών αφορισμών είναι στερεότυπη: «για πολλούς και διαφόρους λόγους στον Γνωμικολογικόν δεν δημοσιεύονται…» ή κάτι τέτοιο.

Υποθέτω ότι κανένας δεν δέχεται με ιδιαίτερη ευχαρίστηση αυτήν την άρνηση και δεν μου αρέσει που έρχομαι σ’ αυτήν τη δύσκολη θέση. Και με στεναχωρεί ιδιαίτερα γιατί πρόκειται για ανθρώπους που είναι κατά τεκμήριον φίλοι του Γνωμικολογικού και μου κάνουν την τιμή να θεωρούν το site ένα καλό βήμα για να προβάλλουν τη σκέψη τους. Είναι καιρός τώρα που θέλω να ξεκαθαρίσω περισσότερο αυτό το θέμα αλλά δεν έβρισκα το χρόνο και τις λέξεις. Νομίζω πως τώρα έφτασε η στιγμή και σκοπεύω να το κάνω σε αυτήν εδώ την ανάρτηση δίνοντας μια εξήγηση για το ποιοι είναι τέλος πάντων αυτοί «οι πολλοί και διάφοροι λόγοι».

Δεν δέχομαι, λοιπόν, προσωπικούς αφορισμούς για τους εξής λόγους:


1. Δεν θέλω να κάνω τον λογοκριτή
Αν δεχόμουν προσωπικούς αφορισμούς θα ήμουν αναγκασμένος να απορρίπτω ένα μεγάλος μέρος των γνωμικών που μου στέλνουν (πάνω από τα μισά) ως ακατάλληλα για δημοσίευση, επειδή είναι είτε ρατσιστικά είτε υβριστικά είτε βωμολοχικά είτε προκατειλημμένα είτε σεξιστικά είτε ακραία (πολιτικά). Είτε όλα αυτά μαζί.
Θα μπορούσε βεβαίως κάποιος να μου πει «ποιος είσαι εσύ ρε φίλε που θα κρίνεις το γνωμικό μου ακατάλληλο». Ε, αυτό ακριβώς θέλω να αποφύγω. Παρελθέτω απ’ εμού το ποτήριον του λογοκριτού.


2. Δεν θέλω να κάνω τον επιμελητή/διορθωτή κειμένων
Πολλά από αυτά που μου στέλνουν είναι ανορθόγραφα ή ασύντακτα ή με ΚΕΦΑΛΑΙΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ ή σε greeklish ή απλώς κακογραμμένα, και θα έπρεπε να τα διορθώνω αν έπρεπε να τα δημοσιεύω (προκαλώντας ενδεχομένως την μήνιν του συγγραφέως).
Κάποιοι, πολύ ευγενικά, με προτρέπουν «…βεβαίως, θα κάνετε εσείς τις απαραίτητες διορθώσεις…». Όχι, επιλέγω να μην τις κάνω.


3. Δεν θέλω να δημοσιεύω κοινοτοπίες
Κάμποσα από αυτά μου μου στέλνουν είναι χιλιοειπωμένα ή αυτονόητα. Παράδειγμα: «η φιλία είναι πολύ σπουδαίο πράγμα στη ζωή ενός ανθρώπου». Άλλο: «ο έρωτας είναι η χαρά της ζωής». Δεν θέλω στα καλά καθούμενα να πρέπει να οργανώνω τις άμυνές μου εναντίον του περιττού, του βαρετού και του κοινότοπου.


4. Δεν θέλω να ασχολούμαι με ασυναρτησίες
Δεν θέλω να μπαίνω στη διαδικασία να προσπαθώ να καταλάβω «τι θέλει να πει ο ποιητής». Αρκετά από αυτά που μου στέλνουν (ευτυχώς δεν είναι πάρα πολλά) δεν βγάζουν κανένα νόημα ή είναι σκέτες παλαβομάρες, με το συμπάθιο.
Ίσως να φταίω εγώ που δεν μπορώ να πιάσω το λεπτό χιούμορ ή τα βαθιά νοήματα. Πάντως επιλέγω να μην ξοδεύω χρόνο για να προσπαθώ να καταλάβω. Η ζωή είναι μικρή.


5. Δεν θέλω μακροσκελή κείμενα στο Γνωμικολογικόν
Δεν είναι ο κανόνας, αλλά μερικές φορές μου στέλνουν κάτι σεντόνια που σε βιβλίο θα έπαιρναν πάνω από μία σελίδα. Αυτά είναι άρθρα με προσωπικές απόψεις, δεν είναι προσωπικοί αφορισμοί και δεν θα είχαν τύχη ούτως ή άλλως, ακόμα κι αν είχα διαφορετική πολιτική περί προσωπικών αφορισμών.


6. Δεν θέλω να κάνω τον κριτικό στη δουλειά των άλλων
Για τους κανονικούς αφορισμούς (τους μη προσωπικούς) δεν το παιδεύω πολύ. Αν βρω μια φράση που εκτιμώ ότι αξίζει τον κόπο, τη βάζω. Αν όχι δεν τη βάζω.
Όμως, για τους προσωπικούς αφορισμούς, αν δεν είχα υιοθετήσει την πολιτική της κατηγορηματικής άρνησης, η επιλογή, και ιδίως η απόρριψη, δεν θα μπορούσε να γίνεται έτσι, ελαφρά τη καρδία. Θα έπρεπε κάθε φορά να αναλύω προσεκτικά, να αιτιολογώ την απόφασή μου και να την κοινοποιώ στον συγγραφέα του αφορισμού.
Όμως εγώ δεν θέλω να κάνω τον από καθέδρας σοφό και τον κριτή που αποφασίζει ποιος αφορισμός είναι καλός και ποιος όχι. Ούτε να γράφω κριτικές ούτε να αξιολογώ ούτε να στέλνω απορριπτικά σημειώματα ούτε να κακοκαρδίζω κανέναν ούτε να εφευρίσκω δικαιολογίες ούτε να χρυσώνω κανένα χάπι.
Από την άλλη, δεν μπορώ να επιτρέψω ανεξέλεγκτη ροή γνωμικών στη σελίδα.
Πώς αντιμετωπίζω αυτό το δίλημμα; Δεν δημοσιεύω κανέναν προσωπικό αφορισμό και το θέμα τελειώνει εκεί.

Το σκεπτικό αυτό ισχύει και για τους φίλους που απλά ζητούν τη γνώμη μου για τους προσωπικούς τους αφορισμούς (με την κρυφή ελπίδα, ίσως, ότι θα ενθουσιαστώ και θα τους δημοσιεύσω). Ως γνωστόν «όταν κάποιος ζητάει να τον κριτικάρεις, στην πραγματικότητα ζητάει να τον παινέψεις» και σπάνια έχω αυτήν την παρόρμηση για προσωπικούς αφορισμούς και δεν θέλω να τους στεναχωρώ τους ανθρώπους. Και, παρακαλώ πολύ, λάβετε υπόψη ότι μετά από 20000+ εισαγωγές στο Γνωμικολογικόν έχω κατά κάποιο τρόπο πωρωθεί και είναι λιγάκι δύσκολο να μείνω έκθαμβος. Οπότε μην περιμένετε διθυραμβικές κριτικές και παινέματα.


7. Δεν θέλω να υποχρεώνομαι να κάνω ελέγχους γνησιότητας και πατρότητας
Δεν είναι σπάνιο το φαινόμενο να μου στέλνουν σαν προσωπικούς αφορισμούς γνωμικά για τα οποία είναι διαπιστωμένο ότι έχουν άλλη πηγή προέλευσης (νομίζω πως, κατά κανόνα, αυτό δεν γίνεται σκόπιμα).
Αφιερώνω ήδη αρκετό χρόνο προσπαθώντας να εξακριβώσω την αρχική προέλευση μιας φράσης. Ακόμα και για αρχαία ρητά. Δεν είναι πάντα εύκολο και έχω κάνει λάθη. Δεν θέλω να επιφορτιστώ επιπλέον με την ευθύνη να ελέγχω την πρωτοτυπία των αφοριστικών σκέψεων των πολυπληθών φίλων του Γνωμικολογικού. Άσε που ποτέ δεν μπορώ να είμαι εντελώς βέβαιος.
Έχουν ενδιαφέρον κάποια αιτήματα όπως: «σκέφτηκα αυτό το γνωμικό… αν δεν το έχει πει κανένας άλλος, βάλε ότι το είπα εγώ». Αλλά δεν είμαι υπηρεσία κατοχύρωσης φράσεων (αν και, τώρα που το σκέφτομαι, ίσως υπάρχει μια business opportunity εδώ!).


8. Δεν θέλω πρωτοεμφανιζόμενους αφορισμούς στο Γνωμικολογικόν
Το concept του Γνωμικολογικού είναι να περιέχει ρητά που έχουν κάποια διαχρονική αξία, μια ευρύτερη διάδοση, κάποια αντοχή στο χρόνο, κάποια επιρροή στις σκέψεις και στις πράξεις άλλων ανθρώπων. Που να είναι κατά κάποιο τρόπο καταξιωμένα ή γνωστά ήδη, σε ένα βαθμό.
Οφείλω να ομολογήσω ότι ο κανόνας αυτός έχει πολλές εξαιρέσεις. Αλλά είναι ένας κανόνας που προσπαθώ να τον τηρώ και δεν θέλω να κάνω εξαίρεση για προσωπικούς αφορισμούς, που το βασικό τους χαρακτηριστικό είναι ότι δεν τους έχει ξανακούσει ποτέ κανείς εκτός από τον ίδιο τον αποστολέα ή, στην καλύτερη περίπτωση, από ένα στενό κύκλο φίλων και συγγενών.


9. Δεν θέλω να μπλέξω σε μια δαιδαλώδη διαδικασία έγκρισης και αξιολόγησης
Αν δεχόμουν υπό προϋποθέσεις προσωπικούς αφορισμούς, θα έπρεπε, για να μην αδικήσω κανέναν, να θεσπίσω μια διαφανή διαδικασία με προκαθορισμένα κριτήρια και ένα σύνθετο πλέγμα κανόνων με υποπεριπτώσεις, προδιαγραφές και αστερίσκους.
Η διαδικασία θα έπρεπε να φιλτράρει τους αφορισμούς με βάση όλους τους προβληματισμούς που προανέφερα, και επιπλέον να προβλέπει διάφορες ειδικές περιπτώσεις που θα μπορούσαν να προκύψουν. Παραδείγματος χάριν:

  • τι κάνω αν κάποιος κάνει κήρυγμα πολιτικο-θρησκευτικο-αθλητικών (και πάει λέγοντας) πεποιθήσεων;
  • τι κάνω αν κάποιος μου στείλει 500 γνωμικά;
  • τι κάνω αν υποπτευτώ ότι κάποιος κάνει γκρίζα διαφήμιση (βιβλίου, λόγου χάριν);
  • τι κάνω αν ένας πολιτικός μου στείλει προσωπικούς αφορισμούς;
  • τι κάνω όταν ένα συγγραφέας μου στείλει φράσεις και αποσπάσματα από βιβλίο του; (τέτοιες περιπτώσεις ικανοποιούν τα περισσότερα κριτήρια και συνήθως αφορούν νέους συγγραφείς και αυτοεκδόσεις)

Δηλαδή, θα χρειαζόταν μια λεπτομερής διαδικασία και ένα περίπλοκος αλγόριθμος αξιολόγησης. Και είναι βέβαιο ότι η διαδικασία θα ήθελε συνεχείς αναπροσαρμογές και ανανεώσεις. Και θα έπρεπε να δίνω αναφορά στο κάθε ενδιαφερόμενο για το πώς τηρήθηκε η διαδικασία στην περίπτωσή του. Και κανένας δεν θα έμενε ευχαριστημένος.
Μεγάλος μπελάς. Οπότε τα κόβω όλα και ησυχάζω.


10. Δεν θέλω να είμαι υπόλογος σε κανέναν για το περιεχόμενο της ιστοσελίδας
Το Γνωμικολογικόν είναι ένα προσωπικό project. Προσπαθώ να είναι χρήσιμο και αρεστό σε όσο το δυνατό περισσότερο κόσμο και να μην προσβάλλει τα αισθήματα κανενός. Αλλά μέχρι εκεί. Δεν παραχωρώ σε κανένα το δικαίωμα να μου ζητάει το λόγο για το τι βάζω ή δεν βάζω στην ιστοσελίδα.
Για να μην παρεξηγηθώ, μου αρέσει πολύ ο διάλογος με τους φίλους του Γνωμικολογικού και θεωρώ πολύτιμο το feedback που παίρνω για τυχόν λάθη και παραλείψεις. Όμως αν δεχόμουν προσωπικούς αφορισμούς, θα ήμουν υποχρεωμένος να δίνω εξηγήσεις σε σχόλια του τύπου:

  • γιατί δεν έβαλες εκείνο το ωραίο που σου έστειλα;
  • σου έστειλα δεκαπέντε γνωμικά, γιατί έβαλες τρία;
  • γιατί άλλαξες τους τόνους; Δεν εγκρίνω το μονοτονικό.
  • περιμένω δυο μέρες να δημοσιευτεί το γνωμικό μου, τι θα γίνει επιτέλους;
  • γιατί δεν έβαλες το γνωμικό μου σε περισσότερες κατηγορίες;
  • γιατί δεν σου άρεσαν τα γνωμικά μου ενώ έχεις βάλει τόσες άλλες μαλακίες;
  • γιατί δεν έβαλες όλο το βιογραφικό μου;
  • σε ενοχλεί η αλήθεια παλιοκουμούνι/παλιοφασίστα;
  • πού είναι η φωτογραφία μου;

Να ξεκαθαρίσω ότι στη συντριπτική τους πλειοψηφία οι αποστολείς προσωπικών αφορισμών είναι ευγενικοί και διακριτικοί. Μια μικρή μειοψηφία όμως είναι αγενείς και απαιτητικοί. Έως παρανοϊκοί. Και αυτό είναι αρκετό για να με αποθαρρύνει. Βίωσα αυτό το κλίμα για ένα μικρό διάστημα ενός-δύο μηνών, στο μακρινό 2009, όταν ακόμα αμφιταλαντευόμουν στο θέμα των προσωπικών αφορισμών. Δεν μου άρεσε.


11. Δεν θέλω άγνωστα και περίεργα ονόματα στο Γνωμικολογικόν
Ξέρω ότι αυτό δεν θα αρέσει καθόλου, αλλά δεν αισθάνομαι άνετα να βάζω ονόματα αγνώστων ανάκατα με τα ονόματα των άλλων προσωπικοτήτων (γνωστών ή λιγότερο γνωστών) που υπάρχουν στο Γνωμικολογικόν. Την αρνητική αυτή προδιάθεση ενισχύει το γεγονός ότι μεγάλο μέρος των υπογραφών κάτω από προσωπικούς αφορισμούς είναι λιγάκι -πώς να το πω- εκκεντρικές. Παραδείγματας: “PumaKing”, “Ένας απλός συνταξιούχος”, “warlordWTF93”, “Έλλην Σοφός”.

Το πρόβλημα δεν είναι αυτή καθ’ εαυτή η ύπαρξη αγνώστων ονομάτων. Δεν χάλασε ο κόσμος αν πού και πού υπάρχει ένα παράξενο ή άγνωστο όνομα. Μήπως τα υπόλοιπα είναι όλα γνωστά; Τόσα άγνωστα ονόματα υπάρχουν στο Γνωμικολογικόν. Ελληνικά και ξένα. Χώρια οι ανώνυμοι.
Το πρόβλημα βρίσκεται στις διαστάσεις που μπορεί να πάρει αυτό το φαινόμενο. Αν δεχόμουν προσωπικούς αφορισμούς, εκτιμώ πως το ένα τρίτο των γνωμικών στο site θα είχαν τέτοιες περίεργες υπογραφές. Ίσως να είναι ιδέα μου, αλλά νομίζω ότι το Γνωμικολογικόν θα ήταν πολύ λιγότερο δημοφιλές και έγκυρο αν παρουσίαζε τέτοια εικόνα.


12. Δεν έχω το χρόνο να ασχοληθώ με προσωπικούς αφορισμούς
Σε περίπτωση που δεν έγινε κατανοητό από τα παραπάνω, οφείλω να επισημάνω ότι η ενασχόληση με τους προσωπικούς αφορισμούς απαιτεί χρόνο και κόπο.
Πρόσφατα, μια φίλη του Γνωμικολογικού με ρώτησε (με email) πού έπρεπε να απευθυνθεί για να εγκριθούν οι αφορισμοί της, Καλή ερώτηση αλλά φαίνεται ότι κάπου εδώ πρέπει να θυμίσω ότι είμαι μόνος μου σε αυτήν την ιστορία. Δεν υπάρχει κάποια πολυμελής συντακτική ομάδα πίσω από το Γνωμικολογικόν ούτε καμιά επιτροπή αξιολόγησης. Όλα είναι δουλειά ενός ανθρώπου και αν έπρεπε να ασχολούμαι και με προσωπικούς αφορισμούς επωμιζόμενος όλο τον φόρτο που αυτό συνεπάγεται, δεν θα ‘χα χρόνο για τίποτε άλλο.


Για να ανακεφαλαιώσω: δεν θέλω να μπω στη διαδικασία να διαλέγω και να απορρίπτω, να κόβω και να ράβω, και να δίνω αναφορά γιατί έβαλα κάποιο γνωμικό ή γιατί δεν το έβαλα. Είχα την ατυχή έμπνευση να το κάνω στις πρώτες μέρες του Γνωμικολογικού και έγινα αποδέκτης ύβρεων και παραλήπτης hate-mail. Τότε συνειδητοποίησα ότι θα έπρεπε να είμαι πολύ πιο προσεκτικός. Οπότε αποφάσισα να καταλήξω σε μια πολιτική να μη δέχομαι για «πολλούς και διαφόρους λόγος». Τελεία και παύλα. Λυπάμαι.

Τα Μνημεία της Φύσης

Δημοσιεύθηκε Ιουλίου 2, 2017 από papathm
Κατηγορίες: Ελληνικά, Περιβάλλον, Χρήσιμες πληροφορίες

Χάρτης με τα 52 κατοχυρωμένα Μνημεία της Φύσης στην Ελλάδα:

Εδώ:

www.geogreece.gr/fysis.php

 

nm6

Ελληνικό Αλφάβητο

Δημοσιεύθηκε Φεβρουαρίου 26, 2017 από papathm
Κατηγορίες: Γλώσσα

 

Μια χρήσιμη υπενθύμιση της προέλευσης του ελληνικού αλφαβήτου από το ΘΕΤΙΜΑ (http://ancdialects.greeklanguage.gr)

Πριν από την εμφάνιση του ελληνικού αλφαβήτου ήταν σε χρήση μη αλφαβητικές γραφές, κατά βάση συλλαβικές, γνωστές ως αιγαιακές γραφές, οι οποίες χρησιμοποιούσαν στο σύστημα συμβόλων τους μικρότερο ή μεγαλύτερο αριθμό ιδεογραμμάτων:[1] η κρητική ιερογλυφική (περίπου από το 2.100 έως το 1600 π.Χ., αποκλειστικά στην Κρήτη), η Γραμμική Α (περίπου από το 1800 έως το 1450 π.Χ., που ήταν εξέλιξη της ιερογλυφικής και χρησιμοποιήθηκε και παράλληλα με αυτήν) και η Γραμμική Β (περίπου από το 1450 έως το 1200 π.Χ., στην Κρήτη και σε άλλα μέρη του ελλαδικού χώρου, όπου υπήρχαν μυκηναϊκά ανάκτορα).phaistos_disk

Στην Κύπρο εμφανίζονται δύο συλλαβικές γραφές, το κυπρο-μινωικό συλλαβάριο το οποίο έχει κοινά στοιχεία με τη Γραμμική Α (περίπου από τον 15ο έως τον 10ο αιώνα π.Χ.) και το κυπριακό συλλαβάριο (περίπου από τον 8ο έως τον 4ο αιώνα π.Χ.). Είναι αξιοσημείωτο ότι το κυπριακό συλλαβάριο παρέμεινε σε χρήση ακόμα και μετά την εισαγωγή του αλφαβήτου στον ελλαδικό χώρο, το οποίο άρχισε να χρησιμοποιείται στην Κύπρο από τα τέλη του 4ου αιώνα π.Χ., αμέσως μετά τον έλεγχο της Κύπρου από την κεντρική διοίκηση των Πτολεμαίων, ένα στοιχείο ενδεικτικό για την ερμηνεία των σύνθετων ζητημάτων υιοθέτησης ενός τρόπου γραφής.

Η σχέση των συλλαβικών γραφών μεταξύ τους δεν είναι σαφής, καθώς μοιράζονται ορισμένα κοινά χαρακτηριστικά αλλά δεν μπορεί να επιβεβαιωθεί η εξελικτική διαδικασία που οδήγησε στη δημιουργία τους. Από αυτές μόνον η Γραμμική Β και το κυπριακό συλλαβάριο, που αποδίδουν την ελληνική γλώσσα, έχουν αποκρυπτογραφηθεί. Η ελληνική γλώσσα καταγράφεται πρώτη φορά με τη Γραμμική Β, η οποία αποτελεί στην ουσία εξέλιξη της Γραμμικής Α. Βασίζεται κυρίως στη χρήση ανοιχτών συλλαβών με τον συνδυασμό σύμφωνο–φωνήεν και δεν μπορεί να αποδώσει με πληρότητα την ελληνική γλώσσα. Οι επιγραφές σε Γραμμική Β αποτελούνται κυρίως από πήλινες πινακίδες ή άλλα αντικείμενα (π.χ. σφραγίδες), ενώ λίγα από αυτά σχετίζονται με εμπορική δραστηριότητα (π.χ. ενεπίγραφα αγγεία) και μαρτυρούν ότι η γραφή αυτή, υπό τον έλεγχο μιας κλειστής τάξης επαγγελματιών γραφέων, εξυπηρετούσε το σύστημα διοίκησης και οικονομικής διαχείρισης των μυκηναϊκών ανακτόρων. Η αποκλειστική σύνδεση της Γραμμικής Β με αυτό το γραφειοκρατικό σύστημα δεν μπορεί να αποδειχθεί με βεβαιότητα, αφού απουσιάζουν πλήρως επιγραφές σε φθαρτά υλικά. Ωστόσο, τα μέχρι τώρα αρχαιολογικά δεδομένα σε συνδυασμό με την πλήρη απουσία ενεπίγραφων ευρημάτων αμέσως μετά την κατάρρευση των μυκηναϊκών ανακτόρων και μέχρι την εμφάνιση του αλφαβήτου, επιτρέπουν να θεωρήσουμε ότι αυτή η κατάρρευση ήταν και το αίτιο της εξαφάνισης της Γραμμικής Β.

Οι τρεις γραφές που χρησιμοποιήθηκαν για την απόδοση της ελληνικής γλώσσας, η Γραμμική Β, το κυπριακό συλλαβάριο και η αλφαβητική γραφή δεν δημιουργήθηκαν εξαρχής για την καταγραφή της αλλά αποτέλεσαν προσαρμογή διαφορετικών συστημάτων γραφής που απέδιδαν αρχικά μια διαφορετική γλώσσα. Επίσης, το κυπριακό συλλαβάριο και το ελληνικό αλφάβητο χρησιμοποιήθηκαν και για την απόδοση μη ελληνικών, άγνωστων μέχρι σήμερα, γλωσσών στον ελλαδικό χώρο και στην Κύπρο: το κυπριακό συλλαβάριο της ετεοκυπριακής και το ελληνικό αλφάβητο της ετεοκρητικής,[2] της θρακικής,[3] και μιας γλώσσας που πιθανόν παρουσιάζει συγγένεια με την ετρουσκική.[4] Τα ευρήματα αυτά αποδεικνύουν ότι το σχήμα των γραμμάτων και ο τρόπος γραφής δεν σχετίζονται άμεσα με τη γλώσσα την οποία καλούνται να αποδώσουν. Το ίδιο σύστημα γραφής στην πραγματικότητα μπορεί να προσαρμοστεί και να λειτουργήσει ικανοποιητικά, με τις κατάλληλες τροποποιήσεις, σε διαφορετικές γλώσσες. Έτσι, όταν δημιουργείται ή επιλέγεται ένα σύστημα γραφής από τους ομιλητές μια γλώσσας, αυτό ακολουθεί μια διαδικασία προσαρμογής στο συγκεκριμένο γλωσσικό περιβάλλον, η οποία ενδεχομένως περιλαμβάνει εισαγωγή νέων σχημάτων γραμμάτων, διαφοροποίηση των ήδη υπαρχόντων σχημάτων, ή εξοβελισμό άλλων που είναι περιττά στη συγκεκριμένη γλώσσα. Η επιλογή της γραφής, ο τρόπος προσαρμογής της, η εγκατάλειψη και η αντικατάστασή της με ένα άλλο σύστημα γραφής εξαρτώνται από οικονομικούς, πολιτικούς, κοινωνικούς και γλωσσικούς παράγοντες, οι οποίοι δεν είναι πάντα δυνατόν να προσδιοριστούν.historia

Ενώ τα μη αλφαβητικά συστήματα γραφής στον ελλαδικό χώρο ήταν [5] δεν προέκυψε ως εξέλιξη [9] αυτών των προηγούμενων συστημάτων γραφής [7]. Σε αντίθεση με τις προηγούμενες συλλαβικές γραφές, το νέο είδος γραφής ήταν ένα αλφάβητο, στο οποίο υπάρχει αντιστοιχία φθόγγου και σχήματος γράμματος και προήλθε από το λεγόμενο «φοινικικό» αλφάβητο. Ο Naveh[6]ορίζει ως «φοινικικό» το αλφάβητο των 22 γραμμάτων με φορά από δεξιά προς τα αριστερά που εμφανίστηκε στην περιοχή της σημερινής Συρίας και Παλαιστίνης περίπου το 1050 π.Χ. και προέκυψε από την προγενέστερη σημιτική ή πρωτοχαναανιτική γραφή (17ος–15ος αιώνας π.Χ.).

διαδοχικά και το κάθε νέο σύστημα αποτελούσε τελειοποίηση του προηγούμενου, η αλφαβητική γραφή

Η προέλευση του ελληνικού από το φοινικικό αλφάβητο δεν μπορεί να αμφισβητηθεί. Τα περισσότερα ονόματα των γραμμάτων του ακροφωνικού αρχαίου ελληνικού αλφαβήτου είναι μη ελληνικές άκλιτες λέξεις, οι οποίες προέρχονται από τα αντίστοιχα ονόματα των γραμμάτων του φοινικικού αλφαβήτου. Επίσης, η αλφαβητική γραφή προϋπήρχε στην περιοχή της συροπαλαιστινιακής ακτής και είχε ήδη εξελιχθεί και σταθεροποιηθεί σ’ αυτό που αποκαλείται φοινικικό αλφάβητο, αφού χρησιμοποιήθηκε για την απόδοση των σημιτικών γλωσσών της περιοχής, πολύ πριν από την εμφάνιση των πρώτων ελληνικών αλφαβητικών επιγραφών. Τα πρώτα δείγματα του ελληνικού αλφαβήτου προέρχονται από τον 8ο αιώνα π.Χ. και μέχρι σήμερα δεν υπάρχουν αρχαιολογικά και επιγραφικά ευρήματα, τα οποία να επιβεβαιώνουν τη χρήση της αλφαβητικής γραφής πριν από αυτό το χρονικό όριο.

Στην έλλειψη αρχαιολογικών και επιγραφικών ευρημάτων πριν από τον 8ο αιώνα π.Χ. προστίθεται και η αντίληψη των αρχαίων Ελλήνων για την ανατολική, φοινικική προέλευση του αλφαβήτου τους, τόσο μέσα από λογοτεχνικές όσο και μέσα από επιγραφικές μαρτυρίες. Η πρώτη λογοτεχνική μαρτυρία για τη φοινικική προέλευση του αλφαβήτου, τα φοινικήια γράμματα, απαντά στον Ηρόδοτο (5.58.1–3), ο οποίος υποστηρίζει ότι το αλφάβητο εισήγαγαν οι Φοίνικες και πήρε την οριστική του μορφή μετά από μακρόχρονη εξελικτική διαδικασία προσαρμογής στην ελληνική γλώσσα, προσδιορίζοντας μάλιστα ότι οι αλλαγές αυτές αφορούσαν την προφορά (φωνή) και τη σειρά (ῥυθμός) των γραμμάτων του φοινικικού αλφαβήτου 39. Εκτός από τις λογοτεχνικές πηγές, η σύνδεση του ελληνικού αλφαβήτου με το φοινικικό ενισχύεται και από τις αρχαιότερες μαρτυρίες των λέξεων με θέμα ποινικ– (ποινικήια, ποινικάζεν και ποινικαστάς) σε επιγραφές του 5ου αιώνα π.Χ. από την Κρήτη, που παραπέμπουν στα φοινικήια (ποινικήια) γράμματα και στην ιδιότητα του γραφέα των φοινικικών γραμμάτων(ποινικαστής=φοινικαστής).[7]

Πολλοί μελετητές έχουν προσπαθήσει να ερμηνεύσουν την απουσία οποιουδήποτε επιγραφικού ευρήματος σε μια περίοδο τεσσάρων περίπου αιώνων και να δώσουν απαντήσεις στα ζητήματα που σχετίζονται με το ελληνικό αλφάβητο, όπως η χρονολογία της εισαγωγής του, ο τρόπος διασποράς του σε μια μεγάλη γεωγραφική περιοχή και οι λόγοι που οδήγησαν στην υιοθέτησή του. Οι απαντήσεις στα ερωτήματα αυτά είναι συχνά θέμα ερμηνείας των επιγραφικών και αρχαιολογικών δεδομένων με βάση τα ευρήματα.

Όσοι δίνουν έμφαση στη «σιωπή των ευρημάτων» (argumentum ex silentio), στην έλλειψη δηλαδή οποιασδήποτε γραπτής μαρτυρίας από τον 12ο έως τον 8ο αιώνα π.Χ., ερμηνεύουν αυτήν την απουσία ως εξαφάνιση της γραφής και τοποθετούν την επανεμφάνισή της στον 8ο αιώνα π.Χ. ή λίγο νωρίτερα. Η ασυνέχεια της εξελικτικής διαδικασίας στη διαδοχή των γραφών στον ελλαδικό χώρο, σε συνδυασμό με το κενό διάστημα από τα τελευταία κείμενα σε Γραμμική Β μέχρι την εμφάνιση των πρώτων αλφαβητικών επιγραφών, συνηγορούν στο ότι η έλλειψη ενεπίγραφων αντικειμένων δεν είναι τυχαία αλλά σημαίνει πιθανή διακοπή κάθε γραπτής δραστηριότητας για μεγάλο χρονικό διάστημα. Η θεωρία αυτή ενισχύεται και από την κατάρρευση των μυκηναϊκών ανακτόρων τον 12ο αιώνα π.Χ. και τις αλλαγές που ακολούθησαν στην οικονομική και κοινωνική οργάνωση, των οποίων αποτέλεσμα θα μπορούσε να είναι η εξαφάνιση της γραφής σε μια περίοδο που χαρακτηριζόταν, κυρίως κατά τον 11ο και 10ο αιώνα π.Χ., από την εσωστρέφεια και την επιστροφή σε μια οικονομία αυτάρκειας και σε μικρότερους κοινωνικούς σχηματισμούς.[8] Από τον 10ο αιώνα π.Χ. αρχίζουν να αναπτύσσονται και πάλι οι εμπορικές δραστηριότητες διαμορφώνοντας σταδιακά τον πολιτισμό των γεωμετρικών και πρώιμων αρχαϊκών χρόνων. Σ’ αυτή τη φάση των επαφών με την ανατολική Μεσόγειο, ανάμεσα στα στοιχεία, τις ιδέες και τις τεχνικές που υιοθετήθηκαν, εντάσσεται και η εισαγωγή της αλφαβητικής γραφής.

Σε αντίθεση με την παραπάνω άποψη, άλλοι μελετητές θεωρούν τυχαία την έλλειψη επιγραφικών ευρημάτων και τοποθετούν την εισαγωγή του αλφαβητικού συστήματος γραφής πριν από τον 8ο αιώνα π.Χ. Ο Naveh[9] υποστηρίζει ότι το ελληνικό αλφάβητο παρουσιάζει ομοιότητες με την προγενέστερη του φοινικικού αλφαβήτου πρωτοχαναανιτική γραφή και επομένως υιοθετήθηκε πριν από τα μέσα του 11ου αιώνα π.Χ. αλλά τα παλαιογραφικά κριτήρια δεν είναι αρκετά για να αποδειχθεί μια τόσο πρώιμη υιοθέτηση, αφού η εξέλιξη των σημιτικών αλφαβήτων δεν είναι καταγεγραμμένη με ακρίβεια. Θεωρίες υιοθέτησης ακόμα νωρίτερα από τον 11ο αιώνα π.Χ., όπως αυτή του Bernal,[10] που υποστηρίζει μια χρονολογία πολύ πριν από το 1400 π.Χ., είναι ακραίες, αφού μέχρι τον 12ο αιώνα π.Χ. στον ελλαδικό χώρο ήταν σε χρήση η Γραμμική Β και πιθανότατα δεν υπήρχε ανάγκη για ένα παράλληλο σύστημα γραφής, ενώ και τα επιγραφικά και αρχαιολογικά ευρήματα δεν επιβεβαιώνουν αυτές τις απόψεις.

Περισσότερο πιθανό φαίνεται η υιοθέτηση του αλφαβητικού συστήματος γραφής να έγινε λίγο νωρίτερα από την εμφάνιση των πρώτων αλφαβητικών ευρημάτων στον ελλαδικό χώρο, ίσως τον 9ο αιώνα π.Χ., [11]  γεγονός που θα αιτιολογούσε τη διασπορά των πρώτων αλφαβητικών επιγραφών, την ύπαρξη διαφορετικών τοπικών αλφαβήτων, τη σχετικά τελειοποιημένη μορφή του αλφαβήτου και της γλώσσας και τη χρήση της γραφής σε έμμετρες συνθέσεις. Τα επιγραφικά και αρχαιολογικά δεδομένα αποδεικνύουν ότι σε πολλές περιοχές του ελλαδικού χώρου, από την Αττική, την Εύβοια, τις Πιθηκούσσες στην Ιταλία, τη Μακεδονία και την Κρήτη, από τον 8ο αιώνα π.Χ. και εξής, σχεδόν ταυτόχρονα, εμφανίζονται επιγραφές γραμμένες σε τοπικά αλφάβητα, που μαρτυρούν εξοικείωση με το αλφαβητικό σύστημα γραφής και συνηγορούν στην ύπαρξη ενός προγενέστερου σταδίου εξέλιξης και προσαρμογής του αλφαβήτου στην ελληνική γλώσσα και στις τοπικές διαλέκτους.

Ο τόπος υιοθέτησης του φοινικικού αλφαβήτου και ο τρόπος διάδοσής του στον ελλαδικό χώρο παραμένει ένα ανοιχτό ζήτημα της έρευνας. Στην πραγματικότητα ο μηχανισμός δημιουργίας και μετάδοσης ενός συστήματος γραφής παραμένει αινιγματικός όχι μόνο για το ελληνικό αλφάβητο αλλά και για άλλα συστήματα γραφής στην αρχαιότητα. Ωστόσο, το ενδιαφέρον των μελετητών για τη μετάδοση της αλφαβητικής γραφής στον ελλαδικό χώρο είναι ιδιαίτερο, ίσως επειδή είναι η πρώτη γραφή που δεν ήταν αποκλειστικό προνόμιο μιας κλειστής τάξης γραφέων και αξιωματούχων, διαδόθηκε πολύ γρήγορα σε αρκετές περιοχές του αρχαίου κόσμου, και αποτελεί ακόμα και σήμερα, μετά την παρέλευση τόσων αιώνων, το πιο διαδεδομένο σύστημα γραφής. Το απλό σύστημα λειτουργίας του αλφαβήτου, η εύκολη απομνημόνευση και εκμάθηση των πολύ λίγων συμβόλων, σε σχέση με κάθε άλλο σύστημα γραφής, η ευελιξία και η προσαρμοστικότητά του σε διαφορετικές γλώσσες οδήγησε στην ταχεία εξάπλωση και την υιοθέτηση της αλφαβητικής γραφής από πολλούς λαούς που δεν μιλούσαν την ίδια γλώσσα. Έτσι, στην ευρύτερη περιοχή της Μεσογείου εμφανίζονται πολλά αλφάβητα, το ελληνικό, το αραμαϊκό, το εβραϊκό, το λυδικό, το φρυγικό, το καρικό, το ετρουσκικό, το λατινικό, τα οποία προέκυψαν από το φοινικικό ή και σε δεύτερη φάση από το ελληνικό αλφάβητο [11a, 11b].

Οι διαπιστωμένες αρχαιολογικά επαφές Ελλήνων και Φοινίκων ήδη από τον 10ο αιώνα π.Χ. αποτελούν την απαραίτητη προϋπόθεση για τη γνωριμία και την υιοθέτηση του νέου συστήματος γραφής από τους Έλληνες. Οι εμπορικές επαφές των δύο λαών ίσως είναι ικανές για τη μετάδοση του αλφαβήτου, χωρίς να απαιτείται ούτε η μακροχρόνια συνύπαρξη σε μια ορισμένη περιοχή ούτε η ύπαρξη μιας δίγλωσσης κοινότητας, όπως η Αλ-Μίνα στη βόρεια Συρία, που είχε προταθεί από πολλούς μελετητές αλλά στην οποία τελικά δεν επιβεβαιώνεται η διαρκής ελληνική παρουσία με την έννοια της μόνιμης εγκατάστασης. Το πυκνό εμπορικό δίκτυο της εποχής μέσα από τους θαλάσσιους δρόμους της Μεσογείου προσέφερε και αφορμή για πολιτισμικές ανταλλαγές, ανάμεσα στις οποίες ήταν και το αλφάβητο.

Ο εντοπισμός του ακριβούς τόπου υιοθέτησης του αλφαβήτου μάλλον δεν είναι εφικτός, τουλάχιστον με τα σημερινά αρχαιολογικά και επιγραφικά δεδομένα. Ευκολότερα όμως εντοπίζονται οι περιοχές εκείνες με το πρωιμότερο αλφάβητο, το οποίο εμφανίζει τις περισσότερες ομοιότητες με το πρότυπο φοινικικό, και διατηρεί γράμματα που δεν υπάρχουν σε άλλα τοπικά ελληνικά αλφάβητα. Οι περιοχές αυτές, αν δεν είναι ο χώρος υιοθέτησης, αποτελούν τουλάχιστον τις περιοχές, όπου για πρώτη φορά χρησιμοποιήθηκε η νέα γραφή. Ανάμεσα στα μέρη που έχουν προταθεί (Ρόδος, Θήρα, Κύπρος, Αλ Μίνα), θεωρητικά η Κρήτη αποτελεί ίσως το ιδανικό μέρος για την υιοθέτηση του αλφαβήτου:[12] έχει διαπιστωμένες αρχαιολογικά σχέσεις με τους Φοίνικες και ορισμένα χαρακτηριστικά του τοπικού αλφαβήτου της παραπέμπουν στα αρχικά σχήματα γραμμάτων του φοινικικού αλφαβήτου (σχήμα γραμμάτων πλησιέστερο στο φοινικικό, απουσία συμπληρωματικών γραμμάτων Φ, Χ, Ψ, χρήση του Μ=σαν αντί του σίγμα).

Η ανάγκη για την υιοθέτηση της αλφαβητικής γραφής αποτελεί επίσης ένα ζητούμενο της έρευνας. Ενδεχομένως το αλφάβητο χρησιμοποιήθηκε αρχικά για να εξυπηρετήσει τις πρακτικές ανάγκες ενός οικονομικού συστήματος παραγωγής, εμπορίας και διακίνησης αγαθών, όπως μαρτυρεί η πρώιμη χρήση σημείων κεραμέως και εμπορικών συμβόλων σε αμφορείς.[13] Το κοινό στοιχείο των πρώτων σωζόμενων αλφαβητικών επιγραφών είναι ότι πρόκειται για ιδιωτικές επιγραφές, ενώ πρώτα δείγματα δημόσιων επιγραφών συνιστούν οι νομικές επιγραφές της Κρήτης, οι οποίες χρονολογούνται στον 7ο αιώνα π.Χ. Οι ιδιωτικές επιγραφές συνήθως αποτελούν δήλωσης ιδιοκτησίας (γενική ονόματος + εἰμί) [36], ενώ οι πρωιμότερες από αυτές είναι έμμετρες (η οινοχόη του Διπύλου [34a, 34b, 34c, 34d], το ποτήρι του Νέστορα [20a, 20b, 20c], ο σκύφος του Ακεσάνδρου [35]). Οι πρώτες έμμετρες επιγραφές, χαραγμένες σε συμποτικά αγγεία, υποδηλώνουν ότι η γραφή έπαιζε κάποιο ρόλο σε συμποτικά περιβάλλοντα και φανερώνουν τη διάθεση αστεϊσμού μέσα από τον λόγο κατά τη διάρκεια του συμποσίου, αλλά δεν αποδεικνύουν ότι η αιτία υιοθέτησης του αλφαβήτου ήταν η καταγραφή έμμετρων ποιητικών συνθέσεων.[14] Τα ευρήματα αυτά είναι τυχαία και δεν είναι γνωστό αν και κατά πόσον αποτελούσαν διαδεδομένη επιγραφική συνήθεια της εποχής. Τουλάχιστον όμως επιβεβαιώνουν τη διασπορά του αλφαβήτου σε ολόκληρο τον ελλαδικό χώρο ήδη από τον 8ο αιώνα π.Χ., τη σύνδεσή του με κοινωνικές δραστηριότητες και τη χρήση του όχι μόνο για πρακτικούς σκοπούς, αλλά και για τη χάραξη, ίσως και τη σύνθεση, μικρών ποιημάτων.

Χαρακτηριστικό των πρώιμων αρχαϊκών αλφαβήτων, των αλφαβήτων δηλαδή που χρησιμοποιούνται στον ελλαδικό χώρο από τον 8ο έως περίπου τον 4ο αιώνα π.Χ., είναι η ποικιλομορφία τους. Δεν είναι δυνατόν να προσδιοριστεί αν αυτά προέκυψαν με εξελικτικές διαφοροποιήσεις από ένα πρωταρχικό αλφάβητο ή αν υπήρχαν εξαρχής κάποια διαφοροποιημένα αλφάβητα. Παρά τις βασικές ομοιότητές τους, έχουν ταυτόχρονα τόσες διαφορές, ώστε περίπου κάθε περιοχή ή πόλη εμφανίζει το δικό της αναγνωρίσιμο αλφάβητο το οποίο ακολουθεί τη δική του εξελικτική πορεία. Πολλοί λόγοι οδηγούν σε λιγότερο ή περισσότερο δραστικές αλλαγές στο αλφάβητο με το πέρασμα των χρόνων, όπως προσαρμογές σε διαλεκτικά στοιχεία, στιλιστικές επιλογές των χαρακτών, πρακτικές ανάγκες, ακόμα και πιθανές δημόσιες παρεμβάσεις από την πόλη. Ωστόσο, η αυστηρή χρήση ενός συγκεκριμένου τοπικού αλφαβήτου σε μια περιοχή, ή για παράδειγμα σε μια μητρόπολη και στην αποικία της, αποτελεί επιλογή της ίδιας της πόλης και ίσως λειτουργεί και ως στοιχείο της πολιτικής και εθνικής της ταυτότητας.[15]

Για την κατανόηση και ερμηνεία της λειτουργίας των τοπικών αρχαϊκών αλφαβήτων του ελληνικού κόσμου, έχουν γίνει αρκετές απόπειρες ταξινόμησης και κατηγοριοποίησης. Αρχικά ο Adolph Kirchhoff[16] ταξινόμησε τα αρχαϊκά αλφάβητα με κριτήριο τη χρήση των συμπληρωματικών γραμμάτων (Φ, Χ, Ψ) και αποτύπωσε στον χάρτη 14 με διαφορετικά χρώματα τις τέσσερις κατηγορίες που προέκυψαν: πράσινο για τις περιοχές χωρίς συμπληρωματικά γράμματα (δωρικά νησιά νότιου Αιγαίου: Κρήτη, Θήρα, Μήλος)· μπλε για τις περιοχές της ανατολικής ομάδας, το οποίο διακρίνεται σε βαθύ μπλε (όταν χρησιμοποιούνται και τα τρία συμπληρωματικά γράμματα: Κόρινθος, Μέγαρα, Ρόδος, Χίος, Κέρκυρα, Λευκάδα, δυτική Μικρά Ασία, Μακεδονία κλπ.) και σε ανοιχτό μπλε (όταν χρησιμοποιούνται μόνο τα δύο πρώτα: Αττική, Αίγινα, Πάρος, Νάξος, Δήλος, Σίφνος, Θάσος κλπ.)· και κόκκινο για τις περιοχές της δυτικής ομάδας (Θεσσαλία, Εύβοια, Βοιωτία, Φωκίδα, Λοκρίδα, υπόλοιπη Πελοπόννησος, Κεφαλλονιά, Κάτω Ιταλία, Σικελία, Λυκία κλπ.). Η Margherita Guarducci ανέλυσε περισσότερο τις διαφορές των αρχαϊκών αλφαβήτων δίνοντας και ένα συνοπτικό πίνακα με σχήματα γραμμάτων. Η πολύ πιο συστηματική όμως και αναλυτική κατάταξη σε πίνακα των γραμμάτων όλων των αρχαϊκών αλφαβήτων από τη Lilian Jeffery [54]κατέδειξε ότι οι διαφορές των αλφαβήτων δεν περιορίζονται μόνο στα συμπληρωματικά γράμματα αλλά είναι πολύ πιο σύνθετες. Η αναλυτική αυτή κατηγοριοποίηση της Jeffery επέτρεψε την υπό προϋποθέσεις απόδοση μιας επιγραφής σε συγκεκριμένη περιοχή ανάλογα με το αλφάβητό της. Εντούτοις, ανάλογη αναλυτική μελέτη για τα αλφάβητα μετά την κλασική εποχή δεν έχει γίνει ακόμα, παρά το γεγονός ότι τόσο ο Larfeld όσο και η Guarducci[17] προσφέρουν ενδεικτικούς πίνακες για την εξέλιξη των σχημάτων των γραμμάτων του αλφαβήτου. Οι διαφοροποιήσεις όμως ιδιαίτερα μετά το τέλος της ελληνιστικής περιόδου είναι πολύ περισσότερες. Η τέτοιου είδους κατηγοριοποίηση του ελληνικού αλφαβήτου κατά πόλεις και περιοχές είναι ιδιαίτερα σημαντική, γιατί επιτρέπει την κατά προσέγγιση χρονολόγηση των επιγραφών με κριτήριο την εξέλιξη και τις διαφοροποιήσεις των σχημάτων των γραμμάτων σε συνδυασμό με άλλα παλαιογραφικά χαρακτηριστικά.

Η ουσιαστική διαφορά του ελληνικού από το συμφωνικό φοινικικό αλφάβητο, το οποίο είχε γράμματα μόνο για τα σύμφωνα και προϋπέθετε γνώση της γλώσσας για να συμπληρωθούν τα φωνήεντα ανάλογα με τα συμφραζόμενα, ήταν η προσθήκη των φωνηέντων ή μάλλον η αλλαγή της φωνητικής αξίας ορισμένων σχημάτων του φοινικικού αλφαβήτου από συμφωνική σε φωνηεντική. Έτσι, προέκυψαν τα φωνήεντα στο ελληνικό αλφάβητο (Α από το aleph, Ε από το he, Ι από το yod, Ο από το ayin και Υ από το waw) και δημιουργήθηκε μία γραφή που αποδίδει πολύ πιο πιστά από όλες τις προηγούμενες την ελληνική γλώσσα, εξυπηρετώντας ουσιαστικά το κλιτικό της σύστημα. Υπάρχει η άποψη ότι ορισμένα γράμματα είχαν ήδη αποκτήσει φωνηεντική αξία και στο φοινικικό αλφάβητο ή ότι ορισμένες από τις λαρυγγικές παύσεις ακούγονταν ως φωνήεντα από τους ομιλητές της ελληνικής γλώσσας. Ωστόσο, η παγίωση και η ευρεία χρήση των φωνηέντων ήταν χαρακτηριστικό του ελληνικού αλφαβήτου. Η αντιστοιχία βέβαια μεταξύ σχημάτων και φθόγγων δεν ήταν απόλυτη αλλά οι κατά τόπους βελτιώσεις και τροποποιήσεις είχαν στόχο την επίλυση συγκεκριμένων προβλημάτων και τη σταδιακή τελειοποίηση του αλφαβήτου. Για παράδειγμα σε ορισμένα από τα αρχαϊκά αλφάβητα δεν υπάρχε διάκριση μεταξύ μακρών και βραχέων φωνηέντων και συχνά το ίδιο σχήμα αντιστοιχεί σε περισσότερους φθόγγους (π.χ. το σχήμα Ο απέδιδε, ανάλογα με τα συμφραζόμενα, το βραχύ και το μακρό ο και το ου· το Ε αντιστοιχούσε στο ε, στο η και στο ει· το σχήμα F σε ορισμένες περιοχές απέδιδε το ημίφωνο δίγαμμα αλλά και το σύμφωνο β).

Ορισμένες τροποποιήσεις στο φοινικικό αλφάβητο ήταν απαραίτητες για την προσαρμογή του στην ελληνική γλώσσα.[18]  Έτσι, από το φοινικικό waw (F) προέκυψαν το ύψιλον και το δίγαμμα, το οποίο είχε διαφορετικό σχήμα στα διάφορα τοπικά αλφάβητα και σταδιακά εγκαταλείφθηκε. Τροποποιήσεις έγιναν και στα συριστικά σύμφωνα του φοινικικού αλφαβήτου, τα οποία δεν ήταν όλα απαραίτητα στην ελληνική γλώσσα και η χρήση τους ήταν πολύ διαφοροποιημένη στα τοπικά αλφάβητα. Στις περισσότερες περιοχές διατηρείται το φοινικικό shin (=Σ) ως σίγμα, ενώ σε ορισμένα τοπικά αλφάβητα χρησιμοποιείται το tsade (Μ=σαν) αντί του σίγμα. Το samek () χρησιμοποιήθηκε ως σχήμα σε ορισμένες περιοχές για να αποδώσει το ζήτα, ενώ αργότερα απέκτησε τη φωνητική αξία του ξι. Σε ορισμένα τοπικά αλφάβητα προστέθηκαν τα λεγόμενα συμπληρωματικά γράμματα (Φ, Χ, Ψ), που δεν υπήρχαν στο φοινικικό, των οποίων η χρήση επεκτάθηκε σταδιακά και στα υπόλοιπα αλφάβητα. Γενικά, θεωρείται ότι αυτή η προσθήκη έγινε σε στάδιο μεταγενέστερο της υιοθέτησης και γι’ αυτόν τον λόγο τα αλφάβητα χωρίς τα συμπληρωματικά γράμματα θεωρούνται πρωιμότερα.

Καθώς η γραφή είναι μια δυναμική και εξελικτική διαδικασία, το αλφάβητο από τον 8ο έως τον 4ο αιώνα μ.Χ. πέρασε από πολλά εξελικτικά στάδια, η μελέτη των οποίων παρέχει χρήσιμες πληροφορίες για τη χρονολόγηση των επιγραφών και γενικότερα για τον αλφαβητισμό στην αρχαία ελληνική κοινωνία. Για την ακριβέστερη χρονολόγηση των επιγραφών αυτών χρειάζεται εξειδικευμένη παρατήρηση των λεπτομερειών του κάθε αλφαβήτου κατά περιοχή και οπωσδήποτε η συνεξέταση των αρχαιολογικών δεδομένων.

Τα αρχαϊκά αλφάβητα είναι αμέσως αναγνωρίσιμα λόγω των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών τους: φορά των γραμμάτων επί τα λαιά (σπανιότερα ες ευθύ) ή βουστροφηδόν για πολύστιχα κείμενα, χαρακτηριστικά σχήματα γραμμάτων, στίξη συνήθως με στιγμές σε κάθετη διάταξη ή κάθετη κεραία η οποία συχνά χωρίζει λέξεις ή ομάδες λέξεων. Σταδιακά μέχρι και τον 4ο αιώνα π.Χ., ανάλογα με την περιοχή, εγκαταλείπεται η επί τα λαιά και η βουστροφηδόν φορά γραφής, όπως και ορισμένα αρχαϊκά γράμματα (το δίγαμμα, το κόππα και το σαν), και παρατηρούνται αλλαγές στα σχήματα των γραμμάτων, τα οποία γίνονται ομοιόμορφα με μικρές διαφοροποιήσεις σε ολόκληρο τον ελλαδικό χώρο, χωρίς τις επιμέρους διαφορές των αρχαϊκών αλφαβήτων. Η εξέλιξη αυτή οφείλεται στη σταδιακή εξάπλωση του ιωνικού αλφαβήτου το οποίο και υιοθέτησαν οι ελληνικές πόλεις, εγκαταλείποντας τα τοπικά αρχαϊκά αλφάβητα. Μάλιστα στην Αθήνα η αλλαγή αυτή καθιερώθηκε και επισήμως για τα δημόσια κείμενα με ψήφισμα της Εκκλησίας του Δήμου μετά από πρόταση του ρήτορα Αρχίνου, όταν επώνυμος άρχων ήταν ο Ευκλείδης (403/2 π.Χ.). Αυτό το αλφάβητο, γνωστό ως «ευκλείδειο», επεκτάθηκε σε ολόκληρο τον ελλαδικό χώρο και σταδιακά αντικατέστησε τα προηγούμενα τοπικά αλφάβητα μέχρι τα μέσα ή το τέλος του 4ου αιώνα π.Χ. Δεν σώζονται επίσημες αποφάσεις από άλλες πόλεις, όπως το ψήφισμα του Αρχίνου, αλλά είναι πολύ πιθανόν η καθιέρωση του νέου αλφαβήτου να έγινε με παρόμοιο τρόπο, τουλάχιστον όσον αφορά τις δημόσιες επιγραφές των οποίων η χάραξη ήταν έργο της επίσημης πολιτείας. Με την υιοθέτηση του «ευκλείδειου» αλφαβήτου κατά το τέλος περίπου της κλασικής εποχής και μέχρι το τέλος της ελληνιστικής εποχής το αλφάβητο διακρίνεται και πάλι από συγκεκριμένα και διακριτά χαρακτηριστικά:[19] η φορά γραφής είναι ες ευθύ, τα σχήματα και το μέγεθος των γραμμάτων είναι ομοιόμορφα, εμφανίζονται συμπιλήματα γραμμάτων και εγκαταλείπεται η συχνή στίξη μεταξύ των λέξεων, η οποία χρησιμοποιείται πλέον μόνο για μεγαλύτερα νοηματικά σύνολα. Προς το τέλος της εποχής αρχίζουν οι κεραίες των γραμμάτων να καμπυλώνουν και στα άκρα των κεραιών εμφανίζονται ακρέμονες (apices) ή μικρές απολήξεις. Από την ρωμαϊκή εποχή έως και τους πρώτους μεταχριστιανικούς χρόνους τα παραπάνω γενικά χαρακτηριστικά είναι σταθερά αλλά εμφανίζονται και ορισμένες στιλιστικές επεμβάσεις που χωρίς να αλλάζουν καθοριστικά εντούτοις διαφοροποιούν το σχήμα των γραμμάτων: μηνοειδή σχήματα γραμμάτων, ανοιχτό σχήμα του Ω με τη μεταγενέστερη μικρογράμματη μορφή του, σχήματα μερικών γραμμάτων γωνιώδη, ρομβοειδή ή τετραγωνισμένα, διακοσμήσεις στις κεραίες (π.χ. σπειροειδή και καμπύλα διακοσμητικά στοιχεία σε εσωτερικές κεραίες), αισθητή αύξηση των συμπιλημάτων γραμμάτων και συντομογραφίες. Ωστόσο, παρά τα γενικά αυτά χαρακτηριστικά του αλφαβήτου, τα παλαιογραφικά χαρακτηριστικά της ύστερης περιόδου δεν έχουν μελετηθεί διεξοδικά, για να είναι διακριτά τα εξελικτικά στάδια του αλφαβήτου. Μετά τον 3ο αιώνα μ. Χ. δεν φαίνεται να υπάρχει μια σταθερή εξέλιξη του σχήματος των γραμμάτων αλλά αντίθετα η τάση να χρησιμοποιούνται διαφορετικά σχήματα για το ίδιο γράμμα στην ίδια επιγραφή.[20]

Το κείμενο μιας αρχαίας επιγραφής γραφόταν με κεφαλαία γράμματα, συνεχόμενα, χωρίς κενά μεταξύ των λέξεων και μεταξύ των στίχων του κειμένου. Αρχικά, δεν ήταν αναγκαίο να συμπίπτει το τέλος της λέξης με το τέλος του στίχου, ούτε να τηρείται ο συλλαβισμός στον χωρισμό των λέξεων, με αποτέλεσμα συχνά να χωρίζεται η λέξη στο σημείο όπου δεν αρκεί η επιφάνεια για τη χάραξη του επόμενου γράμματος, το οποίο χαράσσεται στον επόμενο στίχο.

Η στίξη των κειμένων και ο χωρισμός των λέξεων δεν είχαν τον ρόλο που έχουν σε ένα σημερινό κείμενο και πέρασαν από διάφορα εξελικτικά στάδια. Στις πρώιμες επιγραφές δεν φαίνεται να υπάρχει ένας ομοιόμορφος τρόπος χρήσης των σημείων στίξης. Υπάρχουν επιγραφές με στίξη μετά από κάθε λέξη, άλλες πιο αραιά και άλλες χωρίς καθόλου στίξη. Αρχικά, χρησιμοποιούνται σημεία στίξης (π.χ. δύο ή περισσότερες στιγμές σε κάθετη διάταξη, μία κάθετη κεραία, ανοιχτό ημικύκλιο και αργότερα άλλα σύμβολα, όπως κλεψύδρα, φύλλο κισσού κλπ.) μετά από κάθε λέξη ή μικρό λεκτικό σύνολο (π.χ. άρθρο και ουσιαστικό) πιθανόν ως κατάλοιπα από το φοινικικό συμφωνικό αλφάβητο, στο οποίο ήταν αναγκαίο να δηλωθεί το τέλος της λέξης, το οποίο όμως ήταν εμφανές στην ελληνική γλώσσα από την κατάληξη. Αυτή η συχνή στίξη ουσιαστικά δεν ισοδυναμεί με το σημερινό κενό, το κόμμα ή την τελεία, αλλά περισσότερο σηματοδοτεί το τέλος λέξης ή μικρών λεκτικών συνόλων, χωρίς να είναι βέβαιο αν βοηθούσε στην ανάγνωση. Σταδιακά, τα σημεία στίξης εμφανίζονταν στο τέλος μεγαλύτερων νοηματικών ενοτήτων, επισημαίνοντας την αλλαγή νοήματος. Η αλλαγή αυτή σημειωνόταν επίσης με κενό στο τέλος του στίχου ή με κενό ενός ολόκληρου στίχου. Με αυτόν τον τρόπο γινόταν κάποιας μορφής παραγραφοποίηση. Σε μεγαλύτερα πολύστιχα κείμενα που γράφονταν συνήθως σε τοίχους ενός κτιρίου και όχι σε στήλες με συγκεκριμένο και σχετικά μικρό πλάτος, το κείμενο ακολουθούσε τη διάταξη του παπυρικού κειμένου, δηλαδή γραφόταν σε κάθετες στήλες με ορισμένο σταθερό πλάτος, οι οποίες χωρίζονταν μεταξύ τους με μικρό κενό πλάτους ενός, δύο ή και περισσότερων γραμμάτων.

Το αρχαίο κείμενο χαράσσεται πάνω στη σκληρή επιφάνεια με τρεις διαφορετικούς τρόπους ανάλογα με τη φορά των γραμμάτων: επί τα λαιά, βουστροφηδόν και ες ευθύ. Οι άλλοι τρόποι που αναφέρονται παρακάτω αφορούν περισσότερο τη στοίχιση και τη διάταξη του κειμένου πάνω στην επιφάνεια. Οι τρόποι διάταξης στην ενεπίγραφη επιφάνεια μπορεί να υπαγορεύονται από τη φύση και τις ιδιαιτερότητες του φορέα γραφής, την εκμετάλλευση του υπάρχοντος χώρου για χάραξη (π.χ. σε έναν κίονα, ένα άγαλμα ή στο ενδιάμεσο ζωγραφικών παραστάσεων ενός αγγείου) ή στιλιστικές επιλογές μιας συγκεκριμένης εποχής και περιοχής.

Επί τα λαιά: το κείμενο της επιγραφής έχει φορά από δεξιά προς τα αριστερά. Αυτή η φορά υπάρχει μόνο σε αρχαϊκές επιγραφές, επειδή πιθανόν είναι ο χαρακτηριστικός τρόπος φοράς των γραμμάτων του φοινικικού αλφαβήτου, τα σχήματα των οποίων υιοθετήθηκαν και για το ελληνικό αλφάβητο. Ωστόσο, ακόμα και την αρχαϊκή εποχή, κείμενα ενός στίχου μπορεί να έχουν φορά είτε επί τα λαιά είτε ες ευθύ. Όταν το κείμενο αποτελείται από περισσότερους στίχους, τότε όλοι χαράσσονται επί τα λαιά (ή συνηθέστερα βουστροφηδόν).

Βουστροφηδόν: η φορά γραφής αλλάζει εναλλάξ σε κάθε στίχο (η λέξη είναι σύνθετη από το βοῦς + στρέφειν και σημαίνει τον τρόπο που στρέφουν τα βόδια στο όργωμα του χωραφιού).[21] Η βουστροφηδόν φορά γίνεται αμέσως αντιληπτή, γιατί, εκτός από κάποια γράμματα που είναι απολύτως συμμετρικά ή κλειστά (π.χ. Ι, Ο, Θ, Τ), τα υπόλοιπα (π.χ. Β, Γ, Ε, Κ, Ν) χαράσσονται αντίστροφα, γεγονός που βοηθά τον αναγνώστη να παρακολουθήσει τη φορά του κειμένου. Η βουστροφηδόν φορά ίσως είχε πρακτική χρησιμότητα σε μνημειακές επιγραφές πάνω σε τοίχους κτιρίων, όπου το κείμενο εκτεινόταν σε μεγάλη επιφάνεια και η πρώτη σειρά του κειμένου είχε πάντοτε φορά επί τα λαιά, σηματοδοτώντας έτσι την αρχή του. Η χρησιμότητα αυτή μάλλον δεν είχε καμία πρακτική αξία για τη χάραξη κειμένων μικρότερου μεγέθους π.χ. πάνω σε στήλες, όστρακα, αγγεία κλπ. Ίσως η σύμβαση αυτή θεωρήθηκε αναπόσπαστο στοιχείο της λειτουργίας της γραφής και με το πέρασμα των αιώνων σταδιακά άλλαξε.

Ες ευθύ: φορά γραφής από αριστερά προς τα δεξιά, όμοια με τον σημερινό τρόπο γραφής. Φαίνεται ότι η επί τα λαιά και η ες ευθύ φορά γραφής συνυπήρξαν ήδη από την αρχή της υιοθέτησης του αλφαβήτου, γιατί σώζονται πρώιμες επιγραφές ενός στίχου με φορά και ες ευθύ. Η ες ευθύ φορά επικράτησε σε όλες τις περιοχές του ελληνικού κόσμου ως αποκλειστική φορά γραφής μέχρι το τέλος του 4ου αιώνα π.Χ., όταν δηλαδή και υιοθετήθηκε το ενιαίο αλφάβητο.

Τα περισσότερα κείμενα δεν έχουν κάποια ιδιαίτερη διάταξη στην επιφάνεια. Προσαρμόζονται στις διαστάσεις του προς χάραξη χώρου και η συμμετρία τους εξαρτάται από την εποχή, την ικανότητα του χαράκτη και το προς χάραξη αντικείμενο. Εκτός ίσως από τη στοιχηδόν διάταξη που είναι στιλιστική επιλογή και δεν υπαγορεύεται από τον φορέα γραφής, οι υπόλοιποι τρόποι διάταξης της γραφής εξαρτώνται κυρίως από τους περιορισμούς που θέτει το ίδιο το αντικείμενο και η αναγνωσιμότητα της επιγραφής.

Στοιχηδόν: τα γράμματα βρίσκονται σε απόλυτη οριζόντια και κάθετη στοίχιση και ισαπέχουν μεταξύ τους, ενώ παράλληλα έχουν το ίδιο ύψος και πλάτος (εκτός από το στενότερο Ι). Η στοιχηδόν διάταξη αποτελεί στιλιστική επιλογή, καθώς δεν εξυπηρετεί κάποιο άλλο σκοπό. Για να επιτευχθεί η απόλυτη συμμετρία, ο χαράκτης σχεδίαζε οριζόντιες και κάθετες γραμμές στην επιφάνεια προς χάραξη και εντός των σχηματιζόμενων τετραγώνων τοποθετούσε τα γράμματα της επιγραφής. Η στοιχηδόν διάταξη χρησιμοποιείται κυρίως στις αττικές επιγραφές από το τέλος του 6ου ως τις αρχές του 3ου αιώνα π.Χ. αλλά εμφανίζεται και σε άλλες περιοχές, όπως η Δήλος (η οποία ήταν κάτω από αθηναϊκή επιρροή), η Επίδαυρος, η Βοιωτία, οι Δελφοί, η Σάμος. Αυτός ο τρόπος γραφής εγκαταλείφθηκε πιθανόν επειδή επικράτησε ο κανόνας το τέλος της συλλαβής ή της λέξης να συμπίπτει με το τέλος του στίχου, πράγμα που δεν μπορούσε να ελέγξει ο χαράκτης με τη στοιχηδόν γραφή[22], αλλά ίσως και λόγω κόστους, αφού η συγκεκριμένη διάταξη απαιτούσε περισσότερο χώρο για τη χάραξη ενός κειμένου.

Πλινθηδόν: η επιγραφή χαράσσεται περιμετρικά στην άνω επιφάνεια της λίθινης βάσης (ενός πλίνθου) ενός αναθήματος.

Κιονηδόν: η επιγραφή χαράσσεται σε κάθετη διάταξη σε ένα κίονα και εντός των ραβδώσεών του.

Σπειρηδόν: η επιγραφή χαράσσεται με τη μορφή σπείρας ή οφιοειδώς ως κυματιστή γραμμή.

Σπυριδόν: η επιγραφή έχει τη μορφή σπυρίδος (καλάθου) πλατύτερη στο άνω τμήμα και συνεχώς μειούμενη ως το κάτω τμήμα της.

Ες κύκλου σχήμα: σε κυκλικό σχήμα, το οποίο ενίοτε υπαγορεύεται από το σχήμα του φορέα γραφής, π.χ. χάραξη μιας επιγραφής περιμετρικά στην κυκλική βάση ενός αγγείου.

[1] Steele 2013 ̶ 14, 140 ̶ 46.

[2] Για τις ετεοκρητικές, πιθανότατα νομικές επιγραφές αρχαϊκής εποχής σε λίθο, από την Πραισό [44] και τη Δρήρο [42] βλ. Duhoux 1982 και 2007, 247 ̶ 252. Επίσης, βλ. Haggis et al. 2011, 57-58 και εικ. 42, για ευρήματα σε κεραμική από τον Αζοριά, κοντά στην Πραισό, τα οποία αποτελούν ενδείξεις για χρήση της ετεοκρητικής γλώσσας σε μια ευρύτερη περιοχή στην ανατολική Κρήτη.

[3] Για τις αναθηματικές επιγραφές σε κεραμική (6ος αιώνας π. Χ. και εξής) από τη Μεσημβρία (αρχαία Ζώνη) και τη Σαμοθράκη σε ελληνικό αλφάβητο και πιθανότατα θρακική γλώσσα βλ. Brixhe 2006. Στο άρθρο του ο Brixhe αναφέρει και επιγραφές σε λίθο (4ος αιώνας π. Χ.), δύο σε θρακική και μία δίγλωσση, σε ελληνική και θρακική.

[4] Για την επιτύμβια στήλη από τα Καμίνια της Λήμνου (6ος αιώνας π. Χ.) γραμμένη σε χαλκιδικό αλφάβητο και πιθανόν σε μια γλώσσα που έχει κοινή καταγωγή με την ετρουσκική βλ. Bonfante & Bonfante 2002, 61 ̶ 62 [8a, 8b].

[5] Οι Wilson (2009, 542 ̶ 549) και Βουτυράς (2014, 240 ̶ 248) παρουσιάζουν συνοπτικά την εισαγωγή της αλφαβητικής γραφής με τη σχετική βιβλιογραφία.

[7] SEG XXVII 631: ποινικαστάς, ποινικάζεν, IC II.xii.11: ποινικα[– –]. Βλ. και Jeffery & Morpurgo-Davies 1970, για την αναφορά στην ιδιότητα του ποινικαστήστην ενεπίγραφη μίτρα του Σπενσίθιου και Κριτζάς 2010, για τα ποινικήια(γράμματα) σε νομική επιγραφή από την Έλτυνα.

[8] Για τα αρχαιολογικά δεδομένα των «σκοτεινών αιώνων» βλ. Βοκοτόπουλος 2014, 234 ̶ 239.

[9] Naveh 2005, 175 ̶ 186.

[10] Bernal 1987, 1 ̶ 19.

[11] Guarducci 2008, 41 ̶ 42 και Janko 2015.

[13] Ο Papadopoulos (1994) αναφέρει σημεία κεραμέως πριν από την όπτηση (Αττική, Εύβοια, Τορώνη) που χρονολογούνται στην πρώιμη εποχή του σιδήρου. Για τα χαράγματα σε κεραμική του 8ου αιώνα π.Χ. από τη Μεθώνη Πιερίας βλ. Τζιφόπουλος 2012, 307 ̶ 10.

[14] Ο Powell (1989, 321 ̶ 50) υποστηρίζει ότι το αλφάβητο σχεδιάστηκε για την καταγραφή της επικής ποίησης. Βλ. και Teodorsson 2006.

[15] Ο Luraghi (2010, 72–73 και 88) υποστηρίζει ότι τα τοπικά αλφάβητα συνδέονταν με την αρχαϊκή πόλη και με τις τοπικές διαλέκτους και λειτουργούσαν και ως «γλωσσικοί δείκτες» για τα πολιτικά όρια μεταξύ των πόλεων.

[16] Ο Kirchhoff (1877) παραθέτει χάρτη και πίνακα με τα σχήματα γραμμάτων των τοπικών αλφαβήτων. Για πίνακα με τα σχήματα γραμμάτων των τοπικών αλφαβήτων βλ. επίσης Guarducci 2008 και  Jeffery 1990.

[17] Η Guarducci (2008, 110 ̶ 114) παραθέτει τα βασικά σχήματα γραμμάτων για τα αλφάβητα μετά τον 5ο αιώνα π.Χ.

[18] Για τις τροποποιήσεις του φοινικικού αλφαβήτου βλ. Woodard 1997, 133 ̶ 139, Ruijgh 1998 και Slings 1998. Για την προέλευση των συμπληρωματικών γραμμάτων βλ. και Powell 1987.

[19] Για την εξέλιξη του σχήματος των γραμμάτων στην ελληνιστική και ρωμαϊκή περίοδο βλ. McLean, 2002, 40 ̶ 44.

[20] McLean, 2002, 44 και σημ. 13, 14.

[21] Ο Παυσανίας (5.17.6) παραλληλίζει τη βουστροφηδόν γραφή με τον δίαυλο, που ήταν αγώνισμα δρόμου κατά το οποίο ο αθλητής έπρεπε τρέχοντας να διανύσει την απόσταση του σταδίου προς τη μία κατεύθυνση και να επιστρέψει αντίθετα.

[22] McLean 2002, 45 και σημ. 19.

Τα κάλαντα της Πρωτοχρονιάς

Δημοσιεύθηκε Δεκέμβριος 31, 2016 από papathm
Κατηγορίες: Ποίηση και Λογοτεχνία, Χρήσιμες πληροφορίες

Μια απόπειρα να εξηγηθούν τα -ελαφρώς ακατανόητα- κάλαντα της Πρωτοχρονιάς (που έχουν Βυζαντινή προέλευση).calanda

Καταρχήν πρέπει να λάβουμε υπόψη ότι στα Βυζαντινά χρόνια τα κάλαντα δεν τα έλεγαν μικρά παιδιά αλλά συνήθως παρέες νέων ( (εξ ου το «δες κι εμέ το παλληκάρι»). Είναι ένα έθιμο που ακόμα υπάρχει σε μερικά χωριάτης Βορείου Ελλάδος.

Μια άλλη επισήμανση, για τα κάλαντα γενικώς, είναι ότι πέρα από τις αναφορές στην επικείμενη εορτή (Χριστούγεννα, Πρωτοχρονιά, Φώτα), είχαν τη μορφή διαλόγου με τους ενοίκους του σπιτιού.

Στην πιο διαδεδομένη εκδοχή των καλάντων της Πρωτοχρονιάς, η παρέα που λέει τα κάλαντα δεν απευθύνεται στον «αφέντη» του σπιτιού (που ήταν το πιο συνηθισμένο) αλλά στην κόρη του σπιτιού. Ήταν ένα είδος βυζαντινού εορταστικού φλερτ.

Γι’ αυτό τα πρωτοχρονιάτικα κάλαντα έχουν αυτή τη σουρρεαλστική σύνθεση, επειδή ανάμεσα στους εορταστικούς στίχους παρεισφρύει και  εκφράζεται συγκαλυμμένα το ενδιαφέρον των καλαντιστών προς τη νέα κοπέλα. Η σειρά των στίχων είναι εναλλάξ ένας στίχος, που αναφέρεται στον Άγιο Βασίλη, και στη συνέχεια ένας στίχος με  υπονοούμενα ή κοπλιμέντα προς την κοπέλα για την οποία λέγονται τα κάλαντα.
 
Στους στίχους των καλάντων που ακολουθούν οι μονοί στίχοι είναι αυτοί  που αναφέρονται στον Άγιο Βασίλειο, που γιορτάζει την πρωτοχρονιά και οι ζυγοί αυτοί που απευθύνονται στην κοπέλα. Σε παρένθεση οι επεξηγήσεις:
 
1. Αρχιμηνιά και αρχιχρονιά
2. Ψηλή μου δεντρολιβανιά (που είσαι ψηλή και λυγερή σαν δεντρολιβανιά)
3. και αρχή καλός μας χρόνος
4. εκκλησιά με τ’ άγιο θόλος (είσαι εντυπωσιακή σαν εκκλησιά με τον τρούλο)
5. Αρχή που βγήκε ο Χριστός, άγιος και πνευματικός
6. στη γη να περπατήσει και να μας καλοκαρδίσει (αν βγει να περπατήσει θα χαρούμε πολύ)
7. Άγιος Βασίλης έρχεται
8. και δεν μας καταδέχεται (δεν μας καταδέχεται η κοπέλα)
9. από την Καισαρεία
10. συ είσαι αρχόντισσα κυρία (εσύ κοπέλα μου είσαι αρχόντισσα)
11. Βαστάει εικόνα και χαρτί  (ο άγιος όπως παριστάνεται στις εικόνες)
12. ζαχαροκάντιο ζυμωτή (είσαι σαν γλυκό ζυμωμένο, σαν ζαχαροκάντιο, δηλ. γλυκό από ζαχαροκάλαμο)
13. χαρτί και καλαμάρι
14. δες κι εμέ το παλληκάρι (κοίτα και μένα το παλληκάρι)
15. Το καλαμάρι έγραφε (είναι θέληση του αγίου σε συνδυασμό με τον επόμενο στίχο)
16. την μοίρα του την έλεγε (είναι η μοίρα μας να είμαστε μαζί [;])
17. και το χαρτί ομίλει (αυτό μάλλον μπαίνει για ομοιοκαταληξία)
18. άγιε μου, άγιε μου καλέ Βασίλη (για ξεκάρφωμα)

Τα ονόματα των χωρών του Νέου Κόσμου

Δημοσιεύθηκε Δεκέμβριος 22, 2016 από papathm
Κατηγορίες: Αμερικάνικα, Γλώσσα, Ιστορικά

 

Η προέλευση των ονομάτων των χωρών της Αμερικής.

Αμερική
Μπορεί ο Κολόμβος να είναι αυτός που ανακάλυψε την Αμερική, αλλά το όνομά της το πήρε από έναν άλλο Ιταλό εξερευνητή τον Αμερίγκο Βεσπούτσι (Amerigo ή Americus Vespucci, 1454-1512) που ήταν ο πρώτος που κατάλαβε ότι πρόκειται για νέα ήπειρο και την εξερεύνησε δεόντως.

Καναδάς
Προέρχεται από την ινδιάνικη λέξη Kanata που σημαίνει χωριό. Όταν ο Γάλλος εξερευνητής Ζακ Καρτιέ, που έφθασε στο Κεμπέκ το 1535, άκουσε τους Ινδιάνους της φυλής Ιροκουά να χρησιμοποιούν τη λέξη, νόμισε ότι αφορούσε ολόκληρη την περιοχή, οπότε τη χρησιμοποίησε παρεφθαρμένη ως Canada στους χάρτες του. Κατέληξε να προσδιορίζει όλο και μεγαλύτερη έκταση έως ότου συμπεριέλαβε ολόκληρη τη σημερινή χώρα.

Βενεζουέλα
Σημαίνει «Μικρή Βενετία». Όταν το 1499 ο Βεσπούτσι έφτασε εκεί, είδε τις καλύβες των ιθαγενών που ήταν χτισμένες σε πασσάλους, πάνω από τη λίμνης Μαρακαΐμπο που θύμιζαν (;!) Βενετία και έτσι ονόμασε την περιοχή Piccola Venezia ή Veneziola (μικρή Βενετία στα Ιταλικά). Δεδομένου ότι επρόκειτο για ισπανική αποικία, τελικά επικράτησε η ισπανική εκδοχή αυτής της ονομασίας: Venezuela.

Αργεντινή
Πήρε το όνομά της από το λατινικό argentum που σημαίνει «άργυρος» (ασήμι) εξαιτίας ενός θρύλου που είχαν ακούσει οι πρώτοι Ευρωπαίοι, τον 16ο αιώνα, ότι στο εσωτερικό της χώρας υπήρχαν βουνά από ασήμι. Τα βουνά αυτά δεν βρέθηκαν ποτέ, αλλά το όνομα έμεινε.

Μεξικό
Πήρε το όνομά της από τους γηγενείς Ατζέκους που στη δική τους γλώσσα ονομάζονταν Μεσίκα ή Μεχίκα. Γι’ αυτό και η ισπανική προφορά για το Mexico είναι Μέχικο.

Βραζιλία
Πήρε το όνομά της από ένα είδος δέντρου από το οποίο παράγεται μια βαθυκόκκινη βαφή που ήταν το πιο εμπορεύσιμο είδος της νέας αποικίας καθώς χρησιμοποιούνταν στην υφαντουργία. Το δέντρο (και η βαφή) ονομάστηκε από του Πορτογάλους brasil που σημαίνει, στο περίπου, βαθύ κόκκινο σαν κάρβουνο στη χόβολη.

Κολομβία
Αυτό είναι προφανές: Πήρε το όνομά της από τον Χριστόφορο Κολόμβο. Τον 18ο αιώνα, «Κολομβία» ονομάστηκε από τον επαναστάτη Francisco de Miranda (1750-1816) όλο το βόρειο τμήμα της Νοτίου Αμερικής (και μέρος της Κεντρικής) που περιελάμβανε τις σημερινές χώρες Παναμά, Ισημερινό, Βενεζουέλα, Βόρεια Βραζιλία, Βόρειο Περού και Κολομβία. Το 1819 δημιουργήθηκε ανεξάρτητο κράτος με την ονομασία «Δημοκρατία της Κολομβίας» ή «Μεγάλη Κολομβία» που περιελάμβανε όλες αυτές τις χώρες και περιοχές. Το κράτος αυτό διαλύθηκε το 1831 και έσπασε σε μικρότερα κράτη. Η σημερινή Κολομβία ονομάστηκε τότε «Νέα Γρανάδα». Το 1863 μετονομάστηκε σε «Ηνωμένες Πολιτείες Κολομβίας» και το 1886 έλαβε το σημερινό της όνομα, Κολομβία.

Παραγουάη
Το όνομα προέρχεται από τον ομώνυμο ποταμό, αλλά η προέλευση του ονόματος του ποταμού δεν είναι σίγουρη. Ίσως οφείλεται στους γηγενείς Ινδιάνους Γουαράνι σε συνδυασμό με τη λέξη πάρα που στη γλώσσα τους σημαίνει νερό.

Ουρουγουάη
Παρόμοια περίπτωση με την προηγούμενη. Και εδώ υπάρχει ποταμός που δάνεισε το όνομά του στη χώρα, με αβέβαιη, επίσης, ετυμολογία. Ίσως σημαίνει ποτάμι των ουρουγουά όπου «ουρουγουά» στη γλώσσα των Γουαράνι ήταν ένα είδος σαλιγκαριού που αφθονεί στο ποτάμι.

Βολιβία
Πήρε το όνομά της από τον επαναστάτη Σιμόν Μπολιβάρ (1783-1830). Σημειωτέον ότι ο Μπολιβάρ είχε γεννηθεί στη Βενεζουέλα με μακρινή καταγωγή από το χωριό Bolivar της χώρας των Βάσκων στην Ισπανία. Το 1825, η γερουσία της χώρας κήρυξε την ανεξαρτησία της και διάλεξε αυτό το όνομα προς τιμή του επαναστάτη που είχε αρχίσει τον αγώνα για την ανεξαρτησία όλων των χωρών του Βορείου τμήματος της Νοτίου Αμερικής.

Παναμάς
Προέρχεται από την ινδιάνικη λέξη panama για τη σημασία της οποίας υπάρχουν διάφορες εκδοχές: είτε προέρχεται από το ομώνυμο είδος δέντρου που κυριαρχεί εκεί (αλλά μάλλον το δέντρο πήρε το όνομά του από τη χώρα και όχι το αντίστροφο) είτε σημαίνει πολλές πεταλούδες είτε από ένα ψαροχώρι ιθαγενών με αυτό το όνομα από έτρεφε με ψάρια όλη την αποικία. Η επίσημη κρατική ιστορία βόλεψε τις τρεις εκδοχές σε μία και σήμερα τα σχολεία της χώρας διδάσκουν ότι Παναμάς σημαίνει μέρος με πολλά ψάρια, πολλές πεταλούδες και πολλά δέντρα.

Περού
Περού ή Μπερού ήταν το όνομα ενός τοπικού ηγεμόνα σε μια περιοχή στον νοτιοδυτικό Παναμά. Στις αρχές του 16ου αιώνα, αυτό το σημείο ήταν η εσχατιά της ισπανικής επικράτειας. Όταν αργότερα ο Φρανσίσκο Πισάρο άρχισε τις καταστροφικές επιδρομές του πιο νότια, στη Χώρα των Ίνκας, σε άγνωστες και αχαρτογράφητες τότε περιοχές, οι αναφορές του, ελλείψει άλλου ονόματος, μιλούσαν για τη χώρα «νότια του Περού». Όταν τελικά οι Ισπανοί κυριάρχησαν και εκεί, η νέα περιοχή ονομάστηκε Περού.

Γουαδελούπη
Ο Κολόμβος το 1493 ονόμασε το νησί Santa María de Guadalupe προς τιμήν της μονής της Θεοτόκου στη Γουαδελούπη της Ισπανίας που ήταν από τα πιο σημαντικά ιερά προσκυνήματα στην Ισπανία. Με τον καιρό η ονομασία απλοποιήθηκε σε σκέτο Guadalupe.

Ονδούρα
Honduras στα ισπανικά σημαίνει βαθιά νερά και αρχικά αυτό ήταν το όνομα ενός κόλπου στα δυτικά  που κατέληξε να είναι το όνομα ολόκληρης της χώρας.

Χιλή
Οι Ισπανοί δανείστηκαν το όνομα από τους Ίνκας. Υπάρχουν διάφορες θεωρίες για τη σημασία του. Οι επικρατέστερες είναι ότι είτε πρόκειται για το όνομα ενός τοπικού ηγεμόνα των Ίνκας είτε είναι κάποια λέξη που σήμαινε «άκρη του κόσμου» ή κάτι παραπλήσιο.

Ελ Σαλβαδόρ
Ο Ισπανός κονκισταδόρ Pedro de Alvarado y Contreras ονόμασε το μέρος Provincia De Nuestro Señor Jesus Cristo, El Salvador Del Mundo που μπορεί να αποδοθεί στα Ελληνικά ως «Επαρχία του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού Σωτήρος» και επειδή ένα τέτοιο μακρινάρι δεν ήταν πολύ πρακτικό ως όνομα, έμεινε τελικά το El Savador.

Κόστα Ρίκα
Costa Rica στα Ισπανικά σημαίνει πλούσια ακτή. Οι πρώτοι Ισπανοί κατακτητές (ίσως ο ίδιος ο Κολόμβος) την ονόμασαν έτσι επειδή όταν όταν αποβιβάστηκαν εκεί για πρώτη φορά συνάντησαν ιθαγενείς με πολλά χρυσά κοσμήματα (και τους τα πήραν). Η ειρωνεία είναι ότι υπήρξε η πιο φτωχή αποικία στη Λατινική Αμερική.

Ισημερινός
Ονομάζεται έτσι επειδή ο Ισημερινός, Equador ή Εκουαδόρ στα Ισπανικά, διέρχεται από τη χώρα.

Γουατεμάλα
Το όνομα προέρχεται από μια λέξη των Ατζέκων που σημαίνει «πολλά δέντρα».

Νικαράγουα
Όταν οι πρώτοι Ισπανοί άποικοι έφτασαν στην περιοχή το 1521 έδωσαν το όνομα Nicarao στη μεγαλύτερη πόλη των ιθαγενών. Το αρχικό όνομα δεν ήταν ακριβώς αυτό αλλά κάτι πολύ πιο δυσκολοπρόφερτο το οποίο οι Ισπανοί απλοποίησαν. Από το όνομα της πόλης ονομάστηκε έτσι μια μεγάλη περιοχή και αργότερα ολόκληρη η χώρα.

Αϊτή
Προέρχεται από μια λέξη των ιθαγενών Ταΐνο που σημαίνει «χώρα με τα ψηλά βουνά». Έτσι ονομαζόταν το νησί Ισπανιόλα (το 1/3 από το οποίο καταλαμβάνει η Αϊτή) πριν έρθουν οι Ισπανοί. Όταν οι Γάλλοι απέκτησαν το δυτικό τμήμα της Ισπανιόλα (δηλ. τη σημερινή Αϊτή) του έδωσαν το όνομα Saint-Domingue επειδή ο Άγιος Δομήνικος ήταν ο προστάτης άγιος ολόκληρου του νησιού.. Όταν η χώρα κέρδισε την ανεξαρτησία της το 1804 επέλεξε το προκολομβιανό όνομα.

Δομινικανή Δημοκρατία
Το νησί Ισπανιόλα επί αποικιοκρατίας χωριζόταν σε δύο τμήματα. Το δυτικό τμήμα ανήκε στους Γάλλους και ονομαζόταν Saint-Domingue και το ανατολικό στους Ισπανούς ως Santo Domingo. Μετά την ανεξαρτησία (1844) το δυτικό τμήμα κράτησε την Ισπανική ονομασία, Άγιος Δομένικος.

Κούβα
Προέρχεται από λέξη των ιθαγενών Ταΐνο που μάλλον σήμαινε «εύφορη γη» ή κάτι τέτοιο. Παρεμπιπτόντως, το «Αβάνα» προέρχεται επίσης από τους Ταΐνο.

Γουιάνα
Το όνομα προέρχεται από ινδιάνικη λέξη που σήμαινε τόπος με πολλά νερά». Μέχρι το 1966 που ανεξαρτητοποιήθηκε από τη Βρετανία, λεγόταν «Βρετανική Γουιάνα».

Γαλλική Γουιάνα
Το Γουιάνα εξηγήθηκε πιο πάνω. Το «Γαλλική» προστίθεται αφενός επειδή ανήκει ακόμα στην Γαλλία και αφετέρου επειδή υπήρχαν παλιότερα πέντε διαφορετικές Γουιάνες: η Βρετανική, η Ολλανδική, η Γαλλική, η Πορτογαλική (τώρα, περιοχή της Βραζιλίας) και η Ισπανική (τώρα, μέρος της Βενεζουέλας).

Σουρινάμ
Προέρχεται από τη φυλή ιθαγενών Σουρινέν (παρακλάδι των Ταΐνο) που οι Ευρωπαίοι άποικοι πρόφεραν Σουρινάμ, ονομασία που αρχικά δόθηκε στον ομώνυμο ποταμό. Η χώρα από τον 17ο αιώνα ήταν Ολλανδική κτήση και λεγόταν «Ολλανδική Γουιάνα». Όταν το 1975 απέκτησε την ανεξαρτησία της, επέλεξε το όνομα του ποταμού και της παλιάς ινδιάνικης φυλής.