Archive for the ‘Ιστορικά’ category

Τα ονόματα των χωρών του Νέου Κόσμου

Δεκέμβριος 22, 2016
 

Η προέλευση των ονομάτων των χωρών της Αμερικής.

Αμερική
Μπορεί ο Κολόμβος να είναι αυτός που ανακάλυψε την Αμερική, αλλά το όνομά της το πήρε από έναν άλλο Ιταλό εξερευνητή τον Αμερίγκο Βεσπούτσι (Amerigo ή Americus Vespucci, 1454-1512) που ήταν ο πρώτος που κατάλαβε ότι πρόκειται για νέα ήπειρο και την εξερεύνησε δεόντως.

Καναδάς
Προέρχεται από την ινδιάνικη λέξη Kanata που σημαίνει χωριό. Όταν ο Γάλλος εξερευνητής Ζακ Καρτιέ, που έφθασε στο Κεμπέκ το 1535, άκουσε τους Ινδιάνους της φυλής Ιροκουά να χρησιμοποιούν τη λέξη, νόμισε ότι αφορούσε ολόκληρη την περιοχή, οπότε τη χρησιμοποίησε παρεφθαρμένη ως Canada στους χάρτες του. Κατέληξε να προσδιορίζει όλο και μεγαλύτερη έκταση έως ότου συμπεριέλαβε ολόκληρη τη σημερινή χώρα.

Βενεζουέλα
Σημαίνει «Μικρή Βενετία». Όταν το 1499 ο Βεσπούτσι έφτασε εκεί, είδε τις καλύβες των ιθαγενών που ήταν χτισμένες σε πασσάλους, πάνω από τη λίμνης Μαρακαΐμπο που θύμιζαν (;!) Βενετία και έτσι ονόμασε την περιοχή Piccola Venezia ή Veneziola (μικρή Βενετία στα Ιταλικά). Δεδομένου ότι επρόκειτο για ισπανική αποικία, τελικά επικράτησε η ισπανική εκδοχή αυτής της ονομασίας: Venezuela.

Αργεντινή
Πήρε το όνομά της από το λατινικό argentum που σημαίνει «άργυρος» (ασήμι) εξαιτίας ενός θρύλου που είχαν ακούσει οι πρώτοι Ευρωπαίοι, τον 16ο αιώνα, ότι στο εσωτερικό της χώρας υπήρχαν βουνά από ασήμι. Τα βουνά αυτά δεν βρέθηκαν ποτέ, αλλά το όνομα έμεινε.

Μεξικό
Πήρε το όνομά της από τους γηγενείς Ατζέκους που στη δική τους γλώσσα ονομάζονταν Μεσίκα ή Μεχίκα. Γι’ αυτό και η ισπανική προφορά για το Mexico είναι Μέχικο.

Βραζιλία
Πήρε το όνομά της από ένα είδος δέντρου από το οποίο παράγεται μια βαθυκόκκινη βαφή που ήταν το πιο εμπορεύσιμο είδος της νέας αποικίας καθώς χρησιμοποιούνταν στην υφαντουργία. Το δέντρο (και η βαφή) ονομάστηκε από του Πορτογάλους brasil που σημαίνει, στο περίπου, βαθύ κόκκινο σαν κάρβουνο στη χόβολη.

Κολομβία
Αυτό είναι προφανές: Πήρε το όνομά της από τον Χριστόφορο Κολόμβο. Τον 18ο αιώνα, «Κολομβία» ονομάστηκε από τον επαναστάτη Francisco de Miranda (1750-1816) όλο το βόρειο τμήμα της Νοτίου Αμερικής (και μέρος της Κεντρικής) που περιελάμβανε τις σημερινές χώρες Παναμά, Ισημερινό, Βενεζουέλα, Βόρεια Βραζιλία, Βόρειο Περού και Κολομβία. Το 1819 δημιουργήθηκε ανεξάρτητο κράτος με την ονομασία «Δημοκρατία της Κολομβίας» ή «Μεγάλη Κολομβία» που περιελάμβανε όλες αυτές τις χώρες και περιοχές. Το κράτος αυτό διαλύθηκε το 1831 και έσπασε σε μικρότερα κράτη. Η σημερινή Κολομβία ονομάστηκε τότε «Νέα Γρανάδα». Το 1863 μετονομάστηκε σε «Ηνωμένες Πολιτείες Κολομβίας» και το 1886 έλαβε το σημερινό της όνομα, Κολομβία.

Παραγουάη
Το όνομα προέρχεται από τον ομώνυμο ποταμό, αλλά η προέλευση του ονόματος του ποταμού δεν είναι σίγουρη. Ίσως οφείλεται στους γηγενείς Ινδιάνους Γουαράνι σε συνδυασμό με τη λέξη πάρα που στη γλώσσα τους σημαίνει νερό.

Ουρουγουάη
Παρόμοια περίπτωση με την προηγούμενη. Και εδώ υπάρχει ποταμός που δάνεισε το όνομά του στη χώρα, με αβέβαιη, επίσης, ετυμολογία. Ίσως σημαίνει ποτάμι των ουρουγουά όπου «ουρουγουά» στη γλώσσα των Γουαράνι ήταν ένα είδος σαλιγκαριού που αφθονεί στο ποτάμι.

Βολιβία
Πήρε το όνομά της από τον επαναστάτη Σιμόν Μπολιβάρ (1783-1830). Σημειωτέον ότι ο Μπολιβάρ είχε γεννηθεί στη Βενεζουέλα με μακρινή καταγωγή από το χωριό Bolivar της χώρας των Βάσκων στην Ισπανία. Το 1825, η γερουσία της χώρας κήρυξε την ανεξαρτησία της και διάλεξε αυτό το όνομα προς τιμή του επαναστάτη που είχε αρχίσει τον αγώνα για την ανεξαρτησία όλων των χωρών του Βορείου τμήματος της Νοτίου Αμερικής.

Παναμάς
Προέρχεται από την ινδιάνικη λέξη panama για τη σημασία της οποίας υπάρχουν διάφορες εκδοχές: είτε προέρχεται από το ομώνυμο είδος δέντρου που κυριαρχεί εκεί (αλλά μάλλον το δέντρο πήρε το όνομά του από τη χώρα και όχι το αντίστροφο) είτε σημαίνει πολλές πεταλούδες είτε από ένα ψαροχώρι ιθαγενών με αυτό το όνομα από έτρεφε με ψάρια όλη την αποικία. Η επίσημη κρατική ιστορία βόλεψε τις τρεις εκδοχές σε μία και σήμερα τα σχολεία της χώρας διδάσκουν ότι Παναμάς σημαίνει μέρος με πολλά ψάρια, πολλές πεταλούδες και πολλά δέντρα.

Περού
Περού ή Μπερού ήταν το όνομα ενός τοπικού ηγεμόνα σε μια περιοχή στον νοτιοδυτικό Παναμά. Στις αρχές του 16ου αιώνα, αυτό το σημείο ήταν η εσχατιά της ισπανικής επικράτειας. Όταν αργότερα ο Φρανσίσκο Πισάρο άρχισε τις καταστροφικές επιδρομές του πιο νότια, στη Χώρα των Ίνκας, σε άγνωστες και αχαρτογράφητες τότε περιοχές, οι αναφορές του, ελλείψει άλλου ονόματος, μιλούσαν για τη χώρα «νότια του Περού». Όταν τελικά οι Ισπανοί κυριάρχησαν και εκεί, η νέα περιοχή ονομάστηκε Περού.

Γουαδελούπη
Ο Κολόμβος το 1493 ονόμασε το νησί Santa María de Guadalupe προς τιμήν της μονής της Θεοτόκου στη Γουαδελούπη της Ισπανίας που ήταν από τα πιο σημαντικά ιερά προσκυνήματα στην Ισπανία. Με τον καιρό η ονομασία απλοποιήθηκε σε σκέτο Guadalupe.

Ονδούρα
Honduras στα ισπανικά σημαίνει βαθιά νερά και αρχικά αυτό ήταν το όνομα ενός κόλπου στα δυτικά  που κατέληξε να είναι το όνομα ολόκληρης της χώρας.

Χιλή
Οι Ισπανοί δανείστηκαν το όνομα από τους Ίνκας. Υπάρχουν διάφορες θεωρίες για τη σημασία του. Οι επικρατέστερες είναι ότι είτε πρόκειται για το όνομα ενός τοπικού ηγεμόνα των Ίνκας είτε είναι κάποια λέξη που σήμαινε «άκρη του κόσμου» ή κάτι παραπλήσιο.

Ελ Σαλβαδόρ
Ο Ισπανός κονκισταδόρ Pedro de Alvarado y Contreras ονόμασε το μέρος Provincia De Nuestro Señor Jesus Cristo, El Salvador Del Mundo που μπορεί να αποδοθεί στα Ελληνικά ως «Επαρχία του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού Σωτήρος» και επειδή ένα τέτοιο μακρινάρι δεν ήταν πολύ πρακτικό ως όνομα, έμεινε τελικά το El Savador.

Κόστα Ρίκα
Costa Rica στα Ισπανικά σημαίνει πλούσια ακτή. Οι πρώτοι Ισπανοί κατακτητές (ίσως ο ίδιος ο Κολόμβος) την ονόμασαν έτσι επειδή όταν όταν αποβιβάστηκαν εκεί για πρώτη φορά συνάντησαν ιθαγενείς με πολλά χρυσά κοσμήματα (και τους τα πήραν). Η ειρωνεία είναι ότι υπήρξε η πιο φτωχή αποικία στη Λατινική Αμερική.

Ισημερινός
Ονομάζεται έτσι επειδή ο Ισημερινός, Equador ή Εκουαδόρ στα Ισπανικά, διέρχεται από τη χώρα.

Γουατεμάλα
Το όνομα προέρχεται από μια λέξη των Ατζέκων που σημαίνει «πολλά δέντρα».

Νικαράγουα
Όταν οι πρώτοι Ισπανοί άποικοι έφτασαν στην περιοχή το 1521 έδωσαν το όνομα Nicarao στη μεγαλύτερη πόλη των ιθαγενών. Το αρχικό όνομα δεν ήταν ακριβώς αυτό αλλά κάτι πολύ πιο δυσκολοπρόφερτο το οποίο οι Ισπανοί απλοποίησαν. Από το όνομα της πόλης ονομάστηκε έτσι μια μεγάλη περιοχή και αργότερα ολόκληρη η χώρα.

Αϊτή
Προέρχεται από μια λέξη των ιθαγενών Ταΐνο που σημαίνει «χώρα με τα ψηλά βουνά». Έτσι ονομαζόταν το νησί Ισπανιόλα (το 1/3 από το οποίο καταλαμβάνει η Αϊτή) πριν έρθουν οι Ισπανοί. Όταν οι Γάλλοι απέκτησαν το δυτικό τμήμα της Ισπανιόλα (δηλ. τη σημερινή Αϊτή) του έδωσαν το όνομα Saint-Domingue επειδή ο Άγιος Δομήνικος ήταν ο προστάτης άγιος ολόκληρου του νησιού.. Όταν η χώρα κέρδισε την ανεξαρτησία της το 1804 επέλεξε το προκολομβιανό όνομα.

Δομινικανή Δημοκρατία
Το νησί Ισπανιόλα επί αποικιοκρατίας χωριζόταν σε δύο τμήματα. Το δυτικό τμήμα ανήκε στους Γάλλους και ονομαζόταν Saint-Domingue και το ανατολικό στους Ισπανούς ως Santo Domingo. Μετά την ανεξαρτησία (1844) το δυτικό τμήμα κράτησε την Ισπανική ονομασία, Άγιος Δομένικος.

Κούβα
Προέρχεται από λέξη των ιθαγενών Ταΐνο που μάλλον σήμαινε «εύφορη γη» ή κάτι τέτοιο. Παρεμπιπτόντως, το «Αβάνα» προέρχεται επίσης από τους Ταΐνο.

Γουιάνα
Το όνομα προέρχεται από ινδιάνικη λέξη που σήμαινε τόπος με πολλά νερά». Μέχρι το 1966 που ανεξαρτητοποιήθηκε από τη Βρετανία, λεγόταν «Βρετανική Γουιάνα».

Γαλλική Γουιάνα
Το Γουιάνα εξηγήθηκε πιο πάνω. Το «Γαλλική» προστίθεται αφενός επειδή ανήκει ακόμα στην Γαλλία και αφετέρου επειδή υπήρχαν παλιότερα πέντε διαφορετικές Γουιάνες: η Βρετανική, η Ολλανδική, η Γαλλική, η Πορτογαλική (τώρα, περιοχή της Βραζιλίας) και η Ισπανική (τώρα, μέρος της Βενεζουέλας).

Σουρινάμ
Προέρχεται από τη φυλή ιθαγενών Σουρινέν (παρακλάδι των Ταΐνο) που οι Ευρωπαίοι άποικοι πρόφεραν Σουρινάμ, ονομασία που αρχικά δόθηκε στον ομώνυμο ποταμό. Η χώρα από τον 17ο αιώνα ήταν Ολλανδική κτήση και λεγόταν «Ολλανδική Γουιάνα». Όταν το 1975 απέκτησε την ανεξαρτησία της, επέλεξε το όνομα του ποταμού και της παλιάς ινδιάνικης φυλής.

Ο Κόντογλου για το Βυζάντιο

Μαΐου 30, 2016

Τί ἤτανε, ἀληθινά, ἐκεῖνο τὸ Βυζάντιο, ἐκείνη ἡ Κωνσταντινούπολη; Παραμυθένιος κόσμος!…

Ὄχι μοναχὰ ἡ ἀρχαία πολιτεία, μὰ κι ἡ καινούρια, ὡς τοῦ σουλτὰν-Χαμὶτ τὰ χρόνια. Εἶχα γνωρίσει ἕναν χριστιανὸ Ἀνατολίτη κοσμογυρισμένον, ποὺ ἔζησε πολλὰ χρόνια στὴν Εὐρώπη καὶ στὴν Ἀμερική, στὴ Λόντρα, στὸ Παρίσι, στὴ Ρώμη, στὴ Νέα Ὑόρκη. «Ὅλες αὐτὲς οἱ μεγάλες πολιτεῖες, μοῦ ἔλεγε, εἶναι σπουδαῖες, μὰ σὰν τὴν Κωνσταντινόπολη δὲν ὑπάρχει ἄλλη στὴν οἰκουμένη, κι οὔτε βρίσκεται στὸν ντουνιὰ τέτοια ἐπίσημη ἀρχοντικιὰ καὶ βασιλικὴ πολιτεία».
byz_kontoglou
Στὰ χρόνια τῶν Βυζαντινῶν «ἡ βασιλεύουσα Πόλις» θὰ εἶχε μιὰ ἐξωτικὴ κι ἀλλόκοτη μεγαλοπρέπεια. Χίλιοι κουμπέδες (τροῦλλοι) κατάχρυσοι λαμποκοπούσανε μέσα στὴ βλογημένη αὐτὴ ἀφεντοπολιτεία. Στὴ μέση στεκότανε, σὰν ἥλιος, ἡ Ἁγιὰ Σοφιά, καὶ γύρω της ἤτανε σκορπισμένες οἱ ἄλλες ἐκκλησίες μὲ τοὺς χρυσοὺς κουμπέδες, σφαῖρες οὐράνιες, ποὺ λὲς καὶ γυρίζανε γύρω στὸν ἥλιο. Δὲν φαινόντανε πὼς ἤτανε κτίρια κανωμένα ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο, ἀλλὰ σὰν νὰ κατεβήκανε ἀπὸ τὸν οὐρανὸ καὶ σταθήκανε ἀπάνω στὴ γῆ. Κι ἀπὸ μέσα ἤτανε καταστολισμένες μὲ ψηφιά, μὲ χρωματιστὰ μάρμαρα, μὲ σμάλτα, μὲ ζωγραφιές, ποὺ θαρροῦσε κανένας πὼς μπαίνει σὲ οὐράνια παλάτια. Εἴχανε δίκιο οἱ παλιοὶ Κινέζοι ποὺ λέγανε πὼς αὐτὰ τὰ κτίρια ἤτανε «κάποια παλάτια μεγάλα καὶ λαμπερά, ποὺ ἀπὸ μέσα μοιάζανε σὰν τὰ χρυσὰ φτερὰ τοῦ φασιανοῦ τὴν ὥρα ποὺ πετᾶ».

Ἀνάμεσα στὶς ἀκαταμέτρητες ἐκκλησιές, στὰ παλάτια καὶ στὰ μοναστήρια, ποὺ σκεπάζανε ἀνεξερεύνητα μυστήρια, ἤτανε χτισμένα τὰ σπίτια καὶ τὰ ἀμέτρητα παζάρια ποὺ μερμήγκιαζε ὁ κόσμος, κόσμος καλοπερασμένος, τὰ χάνια, τὰ μαγαζιά, φωλιὲς γεμάτες ζωὴ καὶ κίνηση. Ἐδῶ κι ἐκεῖ πρασινίζανε κάποια περιβόλια μὲ ψηλὰ δέντρα μέσα στὴν πολιτεία, μὰ ἕνα γύρω τὴ ζώνανε, σὰν ὁλόδροσο στεφάνι, ἀνθισμένοι κῆποι, δάση μὲ πλατάνια, μὲ δρῦς, μὲ κυπαρίσσια, μὲ καβάκια (λεῦκες), ποὺ ρίχνανε τὸν πυκνὸ ν ἴσκιο τους ἀπάνω σὲ ξωτικὰ κιόσκια, σὲ βρύσες μὲ κρυσταλλένια νερά, ἐνῶ ἀπὸ παντοῦ χλιμιντρούσανε χαρούμενα τὰ λυγερὰ ἄτια (ἄλογα) τῆς Ἀνατολῆς, κι ἀκουγόντανε κάτι τραγούδια ποὺ μοιάζανε μὲ ψαλμῳδίες. Ἀνάμεσα στὰ δέντρα βοσκούσανε ζαρκάδια.

Μὰ σὰν γύριζε κανένας τὴ ματιά του κατὰ τὴ θάλασσα, εὐφραινότανε ἀκόμα πιὸ πολὺ ἀπὸ τὸ θαυμαστὸ πανόραμα. Ὁ Βόσπορος, αὐτὸς ὁ ἐξαίσιος θαλασσινὸς ποταμός, δρόσιζε μὲ τὰ νερά του τὰ πόδια τῆς πολιτείας, ρεματίζοντας ἀνάμεσα σ᾿ αὐτὴ καὶ στὴν καταπράσινη Ἀνατολή, μὲ τὴ Χρυσούπολη καὶ μὲ τὰ παλάτια ποὺ παραθερίζανε οἱ Κωνσταντινουπολίτες. Ὅπου νὰ στεκότανε ἄνθρωπος ἔβλεπε μπροστά του ἕνα μαγικὸ θέαμα, τὶς ἥμερες ἀκρογιαλιὲς τοῦ μπογαζιοῦ ἀνάμεσα στὰ δέντρα ποὺ βουΐζανε ἀπὸ τὸ γλυκὸ φύσημα τ᾿ ἀγεριοῦ. Ἀκαταμέτρητο πλῆθος ἀπὸ καράβια λογιῶν λογιῶν, ἀπὸ βάρκες, ἀπὸ μαοῦνες, ἀπὸ καΐκια, ἀπὸ μπιαντάδες, ἀρμενιζανε παντοῦ, ἀλλὰ μὲ πανιὰ κι ἀλλὰ μὲ κουπιά. Τὰ λιμάνια ἤτανε γεμάτα ἀπὸ καράβια ἀραγμένα στοὺς μόλους ἢ φουνταρισμένα ἀνοιχτά. Κάστρα θεόρατα, τρίδιπλα κι ἀκατάλυτα, ζώνανε τὴν ἀξετίμητη πολιτεία, ἀπὸ στεριὰ κι ἀπὸ θάλασσα, μὲ χίλιες καστρόπορτες, μ᾿ ἀμέτρητες τάμπιες καὶ πύργους, ὅλα ἀρματωμένα καλὰ μὲ στρατό, μὲ βάρδιες ποὺ ξαγρυπνούσανε.

Τὸ Σαββατόβραδο, κατὰ τὸ δειλινό, ἡ ἀτμόσφαιρα γέμιζε ἀπὸ τὴ γλυκειὰ βουὴ ποὺ κάνανε χιλιάδες καμπάνες καὶ ποὺ ἀνέβαινε σὰν ψαλμωδία ἀπάνω ἀπὸ τὴν ἁγιασμένη πολιτεία, ἀπὸ τὴ Νέα Σιών, «ἦχος καθαρὸς ἑορταζόντων». Πανηγυρικὴ μεγαλοπρέπεια! Μοναχὰ τὸ Βυζάντιο κατέβασε στὴ γῆ τὴν οὐράνια ἁρμονία.

Γιὰ τοὺς Βυζαντινούς, ἡ πατρίδα τοὺς ἤτανε ἡ Κιβωτὸς τῆς ἀληθινῆς θρησκείας, καὶ εἴχανε πόθο νὰ τραβήξουνε μέσα σ᾿ αὐτὴ ὅλα τὰ ἔθνη τῆς γῆς, καὶ νὰ τὰ σώσουνε φωτισμένα ἀπὸ τὸ ἀνέσπερο φῶς τοῦ Εὐαγγελίου. Γι᾿ αὐτό, ἕνας αὐτοκράτορας μιλώντας στοὺς στρατηγούς του ποὺ πηγαίνανε νὰ πολεμήσουνε καταπάνω σὲ βάρβαρους λαούς, τοὺς παράγγελνε νὰ φέρνονται μὲ εὐσπλαγχνία στοὺς νικημένους καὶ νὰ μὴν τοὺς βιάζουνε νὰ πληρώνουνε φόρους. «Ἐμεῖς, ἔλεγε, δὲν θέλουμε νὰ σκλαβώσουμε τοὺς ἄλλους, ἀλλὰ ἡ δόξα μας κι ἡ τιμή μας εἶναι νὰ γίνουνε εὐτυχισμένοι κι ἐλεύθεροι μαζί μας». Ὅσοι ἀλλόθρησκοι πηγαίνανε στὴν Πόλη ἀπὸ ξένες χῶρες ἀπορούσανε πὼς γινότανε οἱ χριστιανοί, ποὺ εἴχανε τέτοια πλούσια καὶ μεγαλόπρεπη πολιτεία, νὰ λατρεύουνε γιὰ θεό τους ἕναν ταπεινόν, τυραννισμένον, καρφωμένον ἀπάνω σ᾿ ἕνα ξύλο, ἐνῷ περιμένανε νὰ δοῦνε νὰ προσκυνᾶνε κάποιο εἴδωλο χρυσοντυμένο, μὲ περήφανη ὄψη, μὲ κορμὶ γίγαντα.

Στὸ Βυζάντιο ἡ θρησκεία βασίλευε ἀπάνω σὲ ὅλα. Μὲ ὅλη τὴ ζωηρὴ δραστηριότητα ποὺ εἴχανε οἱ Βυζαντινοὶ στὰ ἐγκόσμια, ἡ σκέψη τους κι ἡ καρδιά τους ἤτανε πάντα γυρισμένη στὴν ἄλλη ζωή, στὴν αἰώνια ζωή. Στὸ νοῦ τους εἴχανε μέρα νύχτα τὰ λόγια του Παύλου: «Οὐ γὰρ .εχομεν ὦδε μένουσαν πόλιν, ἀλλὰ τὴν μέλλουσαν ἐπιζητοῦμεν». Τούτη ἡ ἀφοσίωση στὴ μέλλουσα ζωή, στὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν, ἔκανε ὥστε καὶ τὸ σύστημα τῆς ἐπίγειας ζωῆς τους νὰ πάρει κάποιον χαρακτῆρα αἰωνιότητας, σὰν μιὰ ἀτελὴς προεικόνιση «ἐκείνου τοῦ καινοῦ αἰῶνος, τοῦ θαυμαστοῦ». Ὄχι μοναχὰ τὰ θρησκευτικὰ αἰσθήματά τους, μὰ καὶ τὰ κοσμικά, εἴχανε χαρακτῆρα λειτουργικόν. Γιὰ ὅποιον εἶναι σὲ θέση νὰ νοιώσει καλὰ τί εἶναι αὐτὸ τὸ «λειτουργικό», ποτὲς ἄλλη φορὰ ἡ ὁμαδικὴ ζωὴ τῶν ἀνθρώπων δὲν ἔφταξε σ᾿ ἕνα τέτοιο πνευματικὸ ὕψος. Ὅσοι θελήσανε καὶ θέλουνε νὰ κρίνουνε τὸ Βυζάντιο μὲ τὸν συνηθισμένον χονδροειδῆ ἀντιπνευματικὸν τρόπο καὶ μὲ τὶς γνωστὲς ἀνόητες εὐφυολογίες, καὶ νὰ τὸ γελοιοποιηθοῦνε σὲ βαθμὸ ποὺ νὰ ὀνομάζουνε «βυζαντινισμὸ» κάθε ἀφηρημένη συζήτηση καὶ οὐτοπία, αὐτοὶ φανερώνουνε μ᾿ αὐτὸ πόσο ἀνίδεοι εἶναι ἀπὸ ἀληθινὴ πνευματικότητα, μὲ ὅλους τοὺς ψεύτικους τίτλους τῆς σοφίας καὶ τῆς ἐπιστήμης ποὺ εἶναι στολισμένοι.

Τὸ Βυζάντιο εἶναι πολὺ λεπτὸ πρᾶγμα γιὰ νὰ μπορέσουνε νὰ τὸ πιάσουνε τὰ χοντροκανωμένα ἐργαλεῖα τους. Τὸ Βυζάντιο εἶναι ἡ ἀληθινὴ χριστιανικὴ θρησκεία, ἀνάμεσα στὰ ψεύτικα καὶ ἐλεεινὰ παραμορφωμένα ὁμοιώματά της, ποὺ τὰ φτιάξανε λαοὶ βάρβαροι καὶ ὑλιστές, ἀνίκανοι νὰ τὴν καταλάβουνε καὶ νὰ τὴν αἰσθανθοῦνε. Γιὰ τοῦτο, τὸ Βυζάντιο κρίνεται ἀπὸ τοὺς λεγόμενους σοφοὺς τοῦ κόσμου ὅπως κρίνεται τὸ Εὐαγγέλιο, δηλ. σὰν μωρία, μπροστὰ στὴ δική τους γνώση, κι ἡ γνώμη τους ἴσια-ἴσια, πὼς τὸ Βυζάντιο εἶναι «μωρία», πιστοποιεῖ πὼς ἀληθινὰ στάθηκε ἡ Νέα Σιών, ἡ ἔμψυχος κιβωτός, ποὺ μέσα σ᾿ αὐτὴ φυλάχθηκε ἡ ἐπαγγελία τοῦ Θεοῦ πρὸς τοὺς ἀνθρώπους πὼς θὰ γίνουνε τέκνα του, καὶ «ἡ μακαρία ἐλπὶς τῆς αἰωνίου ζωῆς». Ὅσο νοιώσανε οἱ ὑλικοὶ ἄνθρωποι τί λέγει ὁ Παῦλος γιὰ τὸ Εὐαγγέλιο καὶ γιὰ τὴ σοφία τοῦ Θεοῦ, ἄλλο τόσο νοιώσανε κι οἱ ἱστορικοὶ κι οἱ ἐπιστήμονες τῆς κοσμικῆς γνώσης, «οἱ συζητηταὶ τοῦ αἰῶνος τούτου» ὅπως λέγει ὁ Παῦλος, τί εἶναι τὸ Βυζάντιο.

Νά, τί λέγει ὁ Παῦλος γιὰ τὴν ψεύτικη σοφία τους καὶ γιὰ τὴν ἀληθινή του Θεοῦ: «Οὐχὶ ἐμώρανεν ὁ Θεὸς τὴν σοφίαν τοῦ κόσμου τούτου; Ἐπειδὴ γὰρ ἐν τῇ σοφίᾳ τοῦ Θεοῦ οὐκ ἔγνω ὁ κόσμος διὰ τῆς σοφίας τὸν Θεόν, εὐδόκησεν ὁ Θεὸς διὰ τῆς μωρίας τοῦ κηρύγματος σῶσαι τοὺς πιστεύοντας. Ἐπειδὴ καὶ Ἰουδαῖοι σημεῖον αἰτοῦσι, καὶ Ἕλληνες σοφίαν ζητοῦσιν, ἡμεῖς δὲ κηρύσσομεν Χριστὸν ἐσταυρωμένον, Ἰουδαίοις μὲν σκάνδαλον, Ἕλλησι δὲ μωρίαν, αὐτοῖς δὲ τοῖς κλητοῖς, Ἰουδαίοις τε καὶ Ἕλλησι, Χριστὸν Θεοῦ δύναμιν καὶ Θεοῦ σοφίαν». «Τὰ μωρὰ τοῦ κόσμου ἐξελέξατο ὁ Θεὸς ἵνα τοὺς σοφοὺς καταισχύνῃ, καὶ τὰ ἀσθενῆ τοῦ κόσμου ἐξελέξατο ὁ Θεὸς ἵνα καταισχύνῃ τὰ ἰσχυρά, καὶ τὰ ἀγενῆ τοῦ κόσμου καὶ τὰ ἐξουθενωμένα ἐξελέξατο ὁ Θεὸς καὶ τὰ μὴ ὄντα (τὶς οὐτοπίες καὶ τὶς θρησκοληψίες), ἵνα τὰ ὄντα (τὶς θετικὲς ἐπιστῆμες, τὸν ὀρθολογισμό, καὶ τὴν ἐμπειρικὴ γνώση) καταργήσῃ». «Σοφίαν δὲ λαλοῦμεν ἐν τοῖς τελείοις, σοφίαν δὲ οὐ τοῦ αἰῶνος τούτου, οὐδὲ τὸν ἀρχόντων τοῦ αἰῶνος τούτου, τῶν καταργουμένων. Ἀλλὰ λαλοῦμεν σοφίαν τοῦ θεοῦ ἐν μυστηρίῳ, τὴν ἀποκεκρυμμένην, ἣν προώρισεν ὁ Θεὸς πρὸ τῶν αἰώνων εἰς δόξαν ἡμῶν, ἣν οὐδεὶς τῶν ἀρχόντων τοῦ αἰῶνος τούτου ἔγνωκεν». (Νομίζει κανεὶς πὼς αὐτὰ τὰ λόγια τὰ λέγει τὸ Βυζάντιο). «Μηδεὶς ἑαυτὸν ἐξαπατάτω. Εἴ τις δοκεῖ σοφὸς εἶναι, μωρὸς γενέσθω, ἵνα γένηται σοφός. Ἡ γὰρ σοφία τοῦ κόσμου τούτου, μωρία παρὰ τῷ Θεῷ ἐστιν». «Ἡμεῖς μωροὶ διὰ Χριστόν, ὑμεῖς δὲ φρόνιμοι ἐν Χριστῷ. Ἡμεῖς ἀσθενεῖς, ὑμεῖς δὲ ἰσχυροί. Ὑμεῖς ἔνδοξοι, ἡμεῖς δὲ ἄτιμοι».

Ἀπάνω στὸ Βυζάντιο ἤτανε γραμμένος ὁ λόγος τοῦ Παύλου: «ὁ καυχώμενος, ἐν Κυρίῳ καυχάσθω». Ὅλες οἱ καρδιές, ἀπὸ τὸν βασιλιᾶ ὡς τὸν πιὸ φτωχὸν καντηλανάφτη ἡ βαρκάρη, ἡ στρατιώτη ἢ ξωχάρη, αὐτὰ τὰ λόγια εἴχανε μέσα. Ἡ προσευχὴ ἤτανε ἡ ζωή τους. Κι ἡ τυπικὴ ἀκόμα εὐσέβεια σὲ κάποιους αὐτοκράτορες ἢ ἄρχοντες, δείχνει πὼς ὑποταζόντανε στὸν πνευματικὸ νόμο τῆς θρησκείας κι ἐκεῖνοι ποὺ δὲν ἤτανε σὲ θέση νὰ τὸν νοιώσουνε καὶ νὰ εὐφρανθοῦνε ἀπὸ τὴ γλυκύτητα «τοῦ ζῶντος ὕδατος τοῦ ἁλλομένου εἰς ζωὴν αἰώνιον». Ἀκόμα κι ἐκεῖνοι ποὺ δὲ μπορούσανε νὰ νικήσουνε τὴ φυσικὴ κακία τους, ἤτανε εὐλαβεῖς, ἕνα πρᾶγμα παράδοξο.

Ὁ Νικηφόρος Φωκᾶς ἔκανε κάθε μέρα τὴν προσευχή του, καὶ στὸν πόλεμο φοροῦσε ἀπὸ μέσα, κάτω ἀπὸ τὸν θώρακά του ἕνα παλιόρασο τοῦ θείου του ἀσκητῆ Γεωργίου τοῦ ἐν τῷ Μαλεῷ ποὺ εἶχε ἁγιάσει, γιὰ νὰ τὸν φυλάγει. Ὁ Ἀλέξιος Κομνηνὸς ὅποτε ἤτανε νὰ πάγει σὲ καμμιὰ ἐκστρατεία, ἔβαζε τὰ πολεμικὰ σχέδιά του κάτω ἀπὸ τὴν ἁγία Τράπεζα, κι ὅλη τὴ νύχτα προσευχότανε γονατιστὸς ἀπάνω στὰ σκαλοπάτια τοῦ ἱεροῦ, καὶ τὸ πρωὶ ἔπαιρνε τὸ σχέδιο ποὺ ἔβγαινε κάτω ἀπὸ τὸ σκέπασμα τῆς ἁγίας Τράπεζας, γιατὶ πίστευε πὼς τοῦ τὸ ἔδινε ὁ ἀρχάγγελος Μιχαήλ. Ὁ Ἰωάννης Τσιμισκὴς γονάτιζε σὰν παιδὶ μπροστὰ στὴν ἁγία Τράπεζα τῆς Ἁγίας Σοφίας παρακαλώντας μὲ δάκρυα νὰ τοῦ δώσει ὁ θεὸς ἕναν ἄγγελο φύλακα ποὺ νὰ τὸν φωτίζει κατὰ τὸν πόλεμο.

Ὅσο σφίγγεται τὸ Βυζάντιο ἀπὸ τοὺς βαρβάρους, κι ὅσο ἡ ψυχὴ ὑποφέρνει καὶ πονᾷ, τόσο γυρίζει τὰ μάτια του κατὰ τὸν οὐρανό. Ὁ βασιλιὰς Θεόδωρος Δούκας ὁ Λάσκαρις σύνθεσε τὸν Μέγαν Παρακλητικὸν Κανόνα στὴν Παναγία, ποὺ εἶναι γεμάτος ἀπὸ συντριβή, ταπείνωση καὶ πίστη. Ὁ Λέων ὁ Σοφὸς ἐποίησε τὰ ἐξαίσια Ἑωθινὰ ποὺ τὰ ψέλνουνε στὸν Ὄρθρο κάθε Κυριακὴ κι ὁ γυιός του Κωνσταντῖνος φιλοτέχνησε τὰ Ἐξαποστειλαρια. Κι ἄλλοι πολλοὶ βασιλιάδες ψέλνανε ἢ ὑμνογραφούσανε. Ἄλλα κι οἱ ὁμιλίες ποὺ κάνανε στοὺς στρατιῶτες καὶ στὸν λαό, εἴχανε κι ἐκεῖνες ὕφος θρησκευτικὸ κι ἤτανε γεμάτες εὐλάβεια καὶ πίστη. Ὁ πικραμένος λόγος ποὺ ἔβγαλε ὁ τελευταῖος βασιλιὰς τοῦ Βυζαντίου, Κωνσταντῖνος ὁ Παλαιολόγος, ἤτανε σὰν νεκρώσιμο τροπάρι. Τὸ Βυζάντιο εἶναι ἡ προεικόνιση ἀπάνω στὴ γῆ τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν, ὅσο ἤτανε δυνατὸ νὰ πραγματοποιηθεῖ ἀπὸ τὴν ἀνθρώπινη ἀτέλεια μέσα στὸν κόσμο τῆς φθορᾶς.

Σὰν μπήκανε οἱ Σταυροφόροι σ᾿ αὐτὴ τὴν πολιτεία τοῦ Χριστοῦ, δὲν καταλάβανε τίποτα ἀπὸ τὸν μυστικὸν πλοῦτο ποὺ ἔκλεινε μέσα της, μ᾿ ὅλο ποὺ λεγόντανε Χριστιανοί. Αὐτοὶ θαμπωθήκανε ἀπὸ «τὸ ἔξωθεν τοῦ ποτηριοῦ καὶ τῆς παροψίδος», ἀπὸ τὰ κτίρια, ἀπὸ τὰ πλούτη της, ἀπὸ τὰ ὑλικὰ πράγματα ποὺ κρύβανε ἀπὸ κάτω τους τὰ πνευματικὰ μυστήρια, ὅπως ἡ στολὴ τοῦ ἀρχιερέως συμβολίζει, μὲ τὸ χρυσάφι καὶ τὶς πολύτιμες πέτρες, τὴν πνευματικὴ μεγαλοπρέπεια τῆς λατρείας. Ἐκεῖνοι οἱ βάναυσοι τυχοδιῶκτες κυττάζανε μὲ λαιμαργία τὰ ἀκριβὰ στολίσματα τῆς Πόλης, καὶ θέλανε νὰ τ᾿ ἁρπάξουνε γιὰ νὰ τὰ φᾶνε.

Ποῦ νὰ καταλάβουνε πὼς ἐκείνη ἡ μεγάλη ἐκκλησιὰ ἤτανε ἐκκλησιὰ τῆς Σοφίας τοῦ Θεοῦ. Κανωμένη κατὰ τὸν ναὸ τοῦ Σολομῶντος, ποὺ τὸν στόλισε μὲ ὅ,τι ἀκριβὸ καὶ θαυμαστὸ εἶχε ὁ ἄνθρωπος γιὰ νὰ τιμήσει τὸν Θεό. Ποῦ νὰ καταλάβουνε ἐκείνη τὴν ἀρχιτεκτονική, ἐκείνη τὴν ἁγιογραφία, τὰ σκεύη, τὴν ψαλμῳδία, τὴν ὑμνῳδία, ποὺ ὅλα ἤτανε ἦχοι ποὺ βγαίνανε ἀπὸ σάλπιγγες πνευματικές. Αὐτοὶ ἅρπαξανε τὰ μαλάματα, τὰ δισκοπότηρα, τ᾿ ἀρτοφόρια, τὰ ἄμφια, τὰ καπάκια ἀπὸ τὰ Εὐαγγέλια, ἀκόμα καὶ τὰ χρυσὰ ψηφιὰ ἀπὸ τοὺς τοὺς τοίχους. Τὰ βιβλία, ποὺ εἶχε μυριάδες, τὰ κυττάζανε μὲ ἀπορία, σὲ τί θὰ μπορούσανε νὰ χρειασθοῦνε, καὶ τὰ πετούσανε. Τὸ ἴδιο καὶ τὰ ἐξαίσια εἰκονίσματα, ἔργα ἀξετίμητα, τὰ καίγανε ἀπὸ φανατισμό, ἢ λιανίζανε κρέας ἀπάνω τους. Τέτοιος εἶχε καταντήσει ὁ Χριστιανισμὸς σ᾿ αὐτοὺς τοὺς ὑλόφρονες βαρβάρους, ποὺ καταβρωμίζανε τὴν πηγὴ ἀπ᾿ ὅπου τὸν πήρανε.

Γστερα ἀπὸ αἰῶνες οἱ ἀπόγονοί τους ἡμερέψανε, χτίσανε μεγάλες πολιτεῖες, ἀνοίξανε πανεπιστήμια, κάνανε βιβλιοθῆκες, μουσεῖα, ἀκαδημίες. Μὰ μὲ ὅλα αὐτά, δὲν εἶναι σὲ θέση νὰ νοιώσουνε πάλι τί εἶναι τὸ Βυζάντιο, ὄχι στὴν ἐξωτερική του δψῆ, ἀλλὰ στὴ βαθειὰ οὐσία του, τὴν πνευματική. Γι᾿ αὐτοὺς εἶναι κεκλεισμένη ἡ Πύλη ἡ κατὰ Ἀνατολάς. Γιατὶ ἐργάζονται «διὰ τὴν βρῶσιν τὴν ἀπολλυμένην», ἐπειδή, κατὰ τὸν εὐαγγελιστὴ Ἰωάννη, «ὁ ὢν ἐκ τῆς γῆς, ἐκ τῆς γῆς ἐστι καὶ ἐκ τῆς γῆς λαλεῖ». Ἐρευνοῦν ἐξωτερικὰ μὲ «τὸν νοῦν τῆς σαρκὸς αὐτῶν», χωρὶς νὰ μποροῦνε νὰ πᾶνε πιὸ βαθειὰ ἀπ᾿ ὅ,τι νοιώθουνε οἱ σαρκικὲς αἰσθήσεις. Δὲν ἔχουνε «πνευματικὸν ὀφθαλμόν, οὔτε πνευματικὸν οὖς» καὶ «ψηλαφοῦσι τοῖχον ἐν τῷ σκότει». Οὔτε κὰν ὑποπτεύονται, μέσα στὴν ἀλαζονεία τους, πὼς ὑπάρχει τίποτα «τὸ τιμιώτατον», κάτω ἀπὸ τὴν ταφόπετρα ποὺ τὴν ψάχνουνε καὶ ποὺ τὴ μελετοῦνε μὲ τὸ ἐγκόσμιο σύστημά τους. Δὲν ἔχουνε αὐτὶ γιὰ νὰ ἀκούσουνε «τοὺς ἀλαλήτους στεναγμοὺς τοῦ Πνεύματος», ποὺ βγαίνουνε ἀπὸ τὰ νεκρὰ καὶ ξερὰ κόκκαλα ποὺ σκαλίζουνε σὰν τυμβωρῦχοι.

Ἕνας ἅγιος γράφει: «Αἰσχρόν ἐστι τοὺς φιλοσάρκους περὶ τῶν πνευματικῶν πραγμάτων ἐρευνῆσαι, ὥσπερ καὶ πόρνην περὶ σωφροσύνης λαλῆσαι. Οἱ ἔχοντες τὴν πεποίθησιν αὐτῶν ἐν τοῖς σαρκικοῖς, οἱ τοιοῦτοι ὡς ἐν νυκτομαχίᾳ διάγουσι, καὶ σκότος ψηλαφοῦσιν, ἔξωθεν ὄντες τῆς χώρας τῆς ζωῆς καὶ τοῦ φωτός. Ἐκείνη γὰρ ἡ χώρα τοῖς ἀγαθοῖς καὶ ταπεινόφροσι, καὶ τοῖς καθαρίσασι τὰς ἑαυτῶν καρδίας κεκλήρωται».

Τὸ Βυζάντιο εἶναι ὅπως «ἡ Ἱερουσαλὴμ καὶ ἡ βασιλεία τοῦ θεοῦ,ἡ ἐντὸς ἡμῶν κεκρυμμένη. Αὐτὴ ἡ χώρα νεφέλη ἐστὶ τῆς δόξης τοῦ θεοῦ, εἰς ἣν μόνον οἱ καθαροὶ τῇ καρδίᾳ εἰσελεύσονται τοῦ θεάσασθαι τὸ πρόσωπον τοῦ Δεσπότου καὶ καταυγασθῆναι τοὺς νόας αὐτῶν διὰ τῆς ἀκτῖνος καὶ λαμπηδόνος τοῦ φωτὸς Αὐτοῦ».


Φώτης Κόντογλου – Μυστικὰ Ἄνθη, Ἀθήνα 1992, δ´ ἔκδοση, Ἀστήρ, σελ. 93‐99.

(Φωτ. Τὸ πάρσιμο τῆς Πόλης, Φώτης Κόντογλου).

Αρχαιοελληνικές Μονάδες Μέτρησης

Νοέμβριος 11, 2015

Στην Αρχαία Ελλάδα βασική μονάδα μέτρησης ήταν ο πους. Το μέγεθος δεν ήταν παντού και πάντοτε το ίδιο, αλλά κυμαινόταν ανάλογα με την περιοχή και την εποχή μεταξύ 0,3083 – 0,2960 μ.
Οι υποδιαιρέσεις ήταν σταθερές. Η πιο σημαντική υποδιαίρεση του ποδός ήταν ο δάκτυλος, 1/16 του ποδός ή 0,0193 μέτρα.
Τα πιο σημαντικά παράγωγα του ποδός ήταν ο πήχυς (2,5 πόδες=0,46μ) και το στάδιο (600 πόδες=περίπου 185 μέτρα).

Αρχαιοελληνικές Μονάδες Μήκους
Μονάδα Ισοδυναμία Σύγχρονο Ισοδύναμο
δάκτυλος   19.3 mm (0.76 in)
κόνδυλος 2 δάκτυλοι 38.5 mm (1.52 in)
παλαιστή, δῶρον 4 δάκτυλοι 77.1 mm (3.04 in)
διχάς, ἡμιπόδιον 8 δάκτυλοι 154.1 mm (6.07 in)
λιχάς 10 δάκτυλοι 192.6 mm (7.58 in)
ὀρθόδωρον 11 δάκτυλοι 211.9 mm (8.34 in)
σπιθαμή 12 δάκτυλοι 231.2 mm (9.10 in)
ποῦς 16 δάκτυλοι 308.2 mm (12.13 in)
πυγμή 18 δάκτυλοι 346.8 mm (13.65 in)
πυγών 20 δάκτυλοι 385.3 mm (15.17 in)
πῆχυς 24 δάκτυλοι 462.3 mm (18.20 in)

Μεγαλύτερες αρχαιοελληνικές μονάδες μήκους
Μονάδα Ισοδυναμία Σύγχρονο ισοδύναμο
ποῦς   0.308 m (1.01 ft)
ἁπλοῦν βῆμα 2.5 πόδες 0.77 m (2.5 ft)
βῆμα, διπλοῦν βῆμα 5 πόδες 1.54 m (5.1 ft)
ὄργυια 6 πόδες 1.85 m (6.1 ft)
κάλαμος, ἄκαινα, δεκάπους 10 πόδες 3.08 m (10.1 ft)
ἅμμα 60 πόδες 18.5 m (20.2 yd)
πλέθρον 100 πόδες 30.8 m (33.7 yd)
στάδιον 600 πόδες 184.9 m (202.2 yd)
δίαυλος 2 στάδια 369.9 m (404.5 yd)
ἱππικόν 4 στάδια 739.7 m (808.9 yd)
μίλιον (Ρωμαϊκό) 8 στάδια 1,479 m (1,617 yd)
δόλιχος 12 στάδια 2,219 m (1.379 mi)
παρασάγγες (Περσικό) 30 στάδια 5,548 m (3.447 mi)
σχοινός (Αιγυπτιακό) 40 στάδια 7,397 m (4.596 mi)

Το μήκος του σταδίου διέφερε στις αρχαίες πόλεις και εξαρτιόταν από το μήκος του ποδός. Έτσι το αττικό στάδιο είχε μήκος 184,98 μέτρα, το ολυμπιακό 192,27 μέτρα, το οδοιπορικό 157,50 μέτρα.

Αρχαιοελληνικές Μονάδες Μέτρησης Επιφάνειας
Μονάδα Ισοδυναμία Σύγχρονο ισοδύναμο
ποῦς   0.095 m2 
ἑξαπόδης 36 πόδες 3.42 m2 
ἄκαινα 100 πόδες 9.50 m2 
ἡμίεκτος 83313 πόδες 79.2 m2 
ἕκτος 1666 πόδες 158.3 m2 
ἄρουρα 2500 πόδες 237.5 m2 
(τετραγωνικόν) πλέθρον 10000 πόδες 950 m2 

Λίστα των ηγετών του Βυζαντίου

Ιουλίου 5, 2015

Πλήρης κατάλογος των αυτοκρατόρων του Βυζαντίου με χρήσιμες συνδέσεις στην αντίστοιχη σελίδα στο byzantium.xronikon.com

Κωνσταντίνος Α’ ο Μέγας
Κωνστάντιος Β’
Ιουλιανός ο Παραβάτης
Ιοβιανός
Βαλεντινιανός Α’ (Ουαλεντινιανός)
Ουάλης (Βάλης)
Γρατιανός
Θεοδόσιος Α’ ο Μέγας
Αρκάδιος
Θεοδόσιος Β’ ο Μικρός
Μαρκιανός
Λέων Α’ ο Θραξ
Λέων Β’
Ζήνων
Βασιλίσκος
Αναστάσιος Α’
Ιουστίνος Α’
Ιουστινιανός Α’
Ιουστίνος Β’
Τιβέριος Β’ Κωνσταντίνος
Μαυρίκιος
Φωκάς
Ηράκλειος
Κωνσταντίνος Γ’ & Ηρακλεωνάς
Κώνστας Β’ (Πωγωνάτος)
Κωνσταντίνος Δ’
Ιουστινιανός Β’ o Ρινότμητος
Λεόντιος
Τιβέριος Γ’ Αψίμαρος
Φιλιππικός Βαρδάνης
Αναστάσιος Β’ (Αρτέμιος)
Θεοδόσιος Γ’ ο Αδραμυττηνός
Λέων Γ’ ο Ίσαυρος
Κωνσταντίνος Ε’ ο Κοπρώνυμος
Λέων Δ’ ο Χάζαρος
Κωνσταντίνος ΣΤ’ ο Τυφλός
Ειρήνη η Αθηναία
Νικηφόρος Α’ ο Γενικός (Λογοθέτης)
Σταυράκιος
Μιχαήλ Α’ ο Ραγκαβές (Ραγκαβής)
Λέων Ε’ ο Αρμένιος
Μιχαήλ Β’ ο Τραυλός (Ψελλός)
Θεόφιλος
Θεοδώρα
Μιχαήλ Γ’ ο Μέθυσος
Βασίλειος Α’ ο Μακεδών
Λέων ΣΤ’ ο Σοφός
Αλέξανδρος
Κωνσταντίνος Ζ’ ο Πορφυρογέννητος
Ρωμανός Α’ Λεκαπηνός
Ρωμανός Β’
Νικηφόρος Β’ Φωκάς
Ιωάννης Α’ Τσιμισκής
Βασίλειος Β’ ο Βουλγαροκτόνος
Κωνσταντίνος Η’
Ζωή
Ρωμανός Γ’ ο Αργυρός
Μιχαήλ Δ’ ο Παφλαγών
Μιχαήλ Ε’ ο Καλαφάτης
Κωνσταντίνος Θ’ ο Μονομάχος
Θεοδώρα
Μιχαήλ ΣΤ’ Βρίγγας (Στρατιωτικός)
Ισαάκιος Α’ Κομνηνός
Κωνσταντίνος Ι’ Δούκας
Ρωμανός Δ’ Διογένης
Μιχαήλ Ζ’ Δούκας (Παραπινάκης)
Νικηφόρος Γ’ Βοτανειάτης
Αλέξιος Α’ Κομνηνός
Ιωάννης Β’ Κομνηνός o Καλός
Μανουήλ Α’ Κομνηνός ο Μέγας
Αλέξιος B’ Κομνηνός
Ανδρόνικος Α’ Κομνηνός
Ισαάκιος Β’ Άγγελος
Αλέξιος Γ’ Άγγελος
Αλέξιος Δ’ Άγγελος
Αλέξιος Ε’ Δούκας ο Μούρτζουφλος
Κωνσταντίνος Λάσκαρης
Θεόδωρος Α’ Λάσκαρης
Ιωάννης Γ’ Δούκας Βατάτζης
Θεόδωρος Β’ Δούκας Λάσκαρης
Ιωάννης Δ’ Δούκας Λάσκαρης
Μιχαήλ Η’ Παλαιολόγος
Ανδρόνικος B’ Παλαιολόγος ο Γέρων
Μιχαήλ Θ’ Παλαιολόγος
Ανδρόνικος Γ’ Παλαιολόγος
Ιωάννης Ε’ Παλαιολόγος
Ιωάννης ΣΤ’ Καντακουζηνός
Ανδρόνικος Δ’ Παλαιολόγος
Ιωάννης Ζ’ Παλαιολόγος
Μανουήλ Β’ Παλαιολόγος
Ιωάννης Η’ Παλαιολόγος
Κωνσταντίνος ΙΑ’ Παλαιολόγος

Ο Φυλετικός Χάρτης της Αρχαίας Ελλάδας

Σεπτεμβρίου 29, 2014

ΘΕΣΣΑΛΙΑ

Στη Θεσσαλία, σύμφωνα με τον Όμηρο, κατοικούσαν οι καλούμενοι Πελασγοί, απ΄όπου κατάγονταν τα 4 Ελληνικά φύλα (= οι Δωριείς, οι Αιολείς, οι Αχαιοί και οι Ίωνες) που μαζί με τους επήλυδες Δαναούς, Καδμείους ή Θηβαίους κ.α. αποτέλεσαν μετά τα Τρωικά το ελληνικό έθνος. Οι Θεσσαλοί μετονομάστηκαν σε Αιολείς από το κοινό βασιλιά τους τον Αίολο, ο οποίος ήταν γιος του Έλληνα.

Ο Όμηρος (Ιλιάδα Β, Κατάλογος νηών) ονομάζει τη Θεσσαλία Άργος Πελασγικόν με τις εξής περιοχές: Άλον, Τρηχίνα , Αλόπην, Ελλάδα και  Φθίαν:  «οι τ’ εΙχον Φθιην ηδ’ Ελλάδα καλλιγυναικα,Μυρμιδονες δε καλευντο και Έλληνες και Αχαιοί, των αυ πεντήκοντα νεων ην αρχός Αχιλλεύς.»  (Ιλιάδα B 681 – 685)

ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ

Στη Μακεδονία κατοικούσαν οι Μακεδόνες, Πελασγικής καταγωγής. Οι Mακεδόνες και οι Σπαρτιατες ήταν φυλλα των Δωριέων και κείνοι των Πελασγων. Ο Ησίοδος (Ηοίαι, 1-6) αναφέρει  ότι οι Μακεδόνες ονομάστηκαν έτσι από τον πρώτο βασιλιά τους τον Μακηδόνα, αδελφό του Μαγνη, του Έλληνα και του Γραικού. Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο (Α, 57- 58 και Η, 43), οι Μακεδόνες και οι Σπαρτιάτες (σωστότερα αυτοί που κατέβησαν με τους Ηρακλείδες και κατέλαβαν τους Αχαιούς και Δαναούς στην  Πελοπόννησο = οι Δωριείς) ανήκουν στο «Δωρικό τε και Μακεδνόν έθνος», που πρώτο ξέκοψε από τους βάρβαρους Πελασγούς και αποτέλεσε ξέχωρο έθνος, το Ελληνικό έθνος και μετά ακολούθησαν κι άλλα βάρβαρα φύλα.

Ο Ηρόδοτος αναφερει επίσης ότι στη Μακεδονία ζούσαν και οι Παίονες (πρβ: «Διελθών, ο Ξέρξης, δε πλησίον από τους Παίονας, τους Δόβηρας και τους Παιόπλας, οι οποίοι κατοικούν προς βορράν του Παγγαίου, επορεύετο προς δυσμάς, μέχρις ου έφθασεν εις τον Στρυμόνα και την Ηδωνικήν πόλιν Ηϊόνα, την οποίαν εκυβέρνα τότε ο Βόγης»), που σύμφωνα με τον Όμηρο ήσαν Πελασγικής καταγωγής και σύμμαχοι των Τρώων, πρβ: «οι τοξοφόροι Παίονες, των Πελασγών το θείον Γένος» Ιλιάδα, Κ 450-455, μετάφραση ΠΟΛΥΛΑ).

Ωστόσο οι Παίονες κατά τα Περσικά, επειδή πήγαν με το μέρος των Περσών, έφυγαν από το φόβο της εκδίκησης των Μακεδόνων και πήγαν στη Μ. Ασία, προκειμένου να έχουν την προστασία των Περσών. Στη Μακεδονία κατοικούσαν και οι  Αγριάνες, που βοήθησαν το Μ. Αλέξανδρο στην εκστρατεία του στην Ασία και που σήμερα πιστεύεται ότι αυτοί είναι οι καλούμενοι Πομάκοι.

Γείτονες των Μακεδόνων ήσαν οι Ιλλυριοί (= τα φύλα πάνω από την Ήπειρο) , οι Θράκες και οι Σκύθες (περιοχή σημερινής Ρουμανίας), οι οποίοι πήγαν να υποτάξουν τους Μακεδόνες, όμως τελικά έγινε το αντίθετο.

ΠΕΛΛΟΠΟΝΗΣΟΣ

Στην Πελοπόννησο αρχικά έμεναν οι Αρκάδες και οι Αχαιοί, συμφωνα με τον Παυσανία, πρβ: «Από τις φυλές της Πελοποννήσου αυτόχθονες είναι οι Αρκάδες και οι Αχαιοί, τους Αχαιούς τους έδιωξαν από τη χώρα τους οι Δωριείς, αλλά αυτοί δεν εγκατέλειψαν την Πελοπόννησο, έδιωξαν όμως τους Ίωνες και ζουν στην περιοχή που παλιά ονομάζονταν Αιγιαλός, και που τώρα έχει πάρει το όνομα αυτών των Αχαιών.

Οι Αρκάδες, από την αρχή μέχρι σήμερα κατοικούν στη χώρα τους. Όλη η υπόλοιπη Πελοπόννησος ανήκε σε επήλυδες. Οι σημερινοί Κορίνθιοι είναι νεώτεροι από τους Πελοποννήσιους, γιατί τότε που πήραν τη γη τους απον βασιλιά έχουν περάσει διακόσια δέκα επτά χρόνια μέχρι τις μέρες μου. Οι Δρύοπες και οι Δωριείς ήρθαν στην Πελοπόννησο από τον Παρνασό και την Οίτη αντίστοιχα. Γνωρίζουμε ότι οι Ηλείοι πέρασαν από την Καλυδωνα και την υπόλοιπη Αιτωλία.» (Παυσανίας, Ηλιακά, 1-3)

Κατά το έτος 1511 π.Χ. , σύμφωνα με το Πάριο χρονικό, ήρθαν στο Άργος της Πελοποννήσου οι Δαναοί με τον Δαναό από την Αίγυπτο και αναμείχθηκαν με τους Αργείους (φυλετικά Αχαιούς). Ακολούθως δυο γενιές πριν από τα Τρωικά ήρθαν στις Μυκήνες οι Φρύγες (Πέλοπες) με τον Πέλοπα από τη Μ. Ασία και αναμείχθηκαν με τους ντόπιους. Στη συνέχεια και συγκεκριμένα ογδόντα χρόνια μετά τα Τρωικά, κάπου το 1120 π.Χ., έφυγαν από τη Στερεά Ελλάδα Δωριείς και  κατέλαβαν τις πόλεις Σπάρτη, Μεσσήνη και Άργος κ.α., οδηγημένοι από τους Ηρακλείδες.

Η Πελοπόννησος στον Όμηρο χωρίζεται στις εξής περιοχές: Το Άργος (Το Άργος, η Τίρυνς,  η Ασίνη κι η Ερμιόνη,η Επίδαυρος, τα μέρη της Τροιζήνος,των Ηιονών, του Μάσητος, ακόμη της Αιγίνης), οι Μυκήνες (οι Μυκήνες, η Κόρινθος, οι Κλεωνές, των Ορνεών  τα μέρη, η Αραιθυρέα, η πόλις Σικυώνος, η Υπερησία, και η Γονούσσα και η Πελλήνη, ο Αιγιαλός, το Αίγιον κι η απλωμένη Ελίκη, η Λακεδαίμων (η Μέσση, η Σπάρτη και η Φάρις, οι Βρυσειές, οι Αιγειές, οι Αμύκλες,το Έλος, χώρ’ ακρόγιαλη, ο Οίτυλος και ο Λάας), η Πύλος  (Αρήνη, το Θρύον, πόρος του Αλφειού, το Αιπύ, τα μέρη του Κυπαρισσήεντος και της Αμφιγενείας, του Έλους και της Πτελεού, το Δώριον), η Αρκαδία (ο Ορχομενός, η Ενίσπη, η Ρίπη και ο Φενεός κι η Στρατία, η Μαντινεία, η Στύμφαλος κι ακόμη η Παρρασία,  η χώρα της Τεγέας), η Ήλιδα (κι απ’ το Βουπράσιον η Μύρσινος, η Υρμίνη, το Αλείσιον κι η Ωλενία πέτρα.)

«Στην Πελοπόννησο κατοικούν επτά διαφορετικοί λαοί. Δύο απ’ αυτούς, οι Αρκάδες και οι Κυνούριοι, είναι αυτόχθονες και ως τώρα κατοικούν όπου κατοικούσαν και παλιά. Οι Αχαιοί ζούσαν πάντα στην Πελοπόννησο, μολονότι μετακινήθηκαν από τα αρχικά τους εδάφη· οι τέσσερις άλλοι από τους επτά —οι Δωριείς, οι Αιτωλοί, οι Δρύοπες και οι Λήμνιοι— είναι επήλυδες (ξένοι μετανάστες).

Οι Δωρικές κοινότητες είναι πολυάριθμες και πολύ γνωστές· οι Αιτωλοί έχουν μόνο μία, την Ηλεία· η Ερμιόνη και η Ασίνη κοντά στην Καρδαμύλη της Λακωνίας, ανήκουν στους Δρύοπες και όλοι οι Παρωρεάτες είναι Λήμνιοι. Οι όντας αυτόχθονες Κυνούριοι, μόνοι νομίζονται από μερικούς  ότι ήσαν  Ίωνες και ότι με τον καιρό έγιναν Δωριείς, υπό την εξουσία των Άργείων, καθώς και οι Ορνεάται και λοιποί περίοικοι. (Ηροδότου Ιστορία Η 72 -73).

«Οι Ίωνες όσο μεν χρόνον κατοικούσαν την Πελοπόννησο, τη λεγόμενη σήμερα Αχαία, και πριν έλθουν στην Πελοπόννησο ο Δαναός και ο Ξούθος, καθώς λέγουν οι Έλληνες, ονομάζονταν Πελασγοί Αιγιαλείς, μετονομάστηκαν δε Ίωνες από τον Ίωνα του Ξούθου (Ηρόδοτος Θ, 85).

Μετά τα Τρωικά, η Πελοπόννησος χωρίζονταν στις εξής 7 περιοχές: Λακωνία ή Λακεδαιμόνα, Μεσσηνία, Αχαΐα. Αρκαδία, Αργος ή Αργολίδα. Κορινθία και Ηλεία. Από τις περιοχές αυτές προέρχονται οι 7 ονομασίες: Λάκωνες ή Λακεδαιμόνιοι, Αχαιοί, Αργείοι, Κορίνθιοι, Μεσσήνιοι, Αρκάδες και Ηλείοι.

ΑΤΤΙΚΗ

Στην Αττική, σύμφωνα με τον Όμηρο, κατοικούσαν πάντα οι αυτόχθονες Κεκροπίδες ή Κραναοί ή Αθηναίοι. Κατά τον Ηρόδοτο οι Αθηναίοι ήσαν στην καταγωγή Πελασγοί. Μάλιστα, επειδή στην Αττική δεν κατοίκησαν ποτέ Πέλοπες, Δαναοί και Κάδμοι, παρά μόνο στην Πελοπόννησο και στη Βοιωτία,  οι Αθηναίοι συγγραφείς ( Ισοκράτης, Πλάτωνας, Δημοσθένης κ.α.) επαίρονταν ότι οι Αθηναίοι ήσαν και οι πιο καθαρόαιμοι Έλληνες και γι αυτό έπρεπε να ηγεμονεύουν αυτοί των Ελλήνων και όχι οι Σπαρτιάτες ή οι Θηβαίοι.

ΒΟΙΩΤΙΑ

Στη Βοιωτία, σύμφωνα με τον Παυσανία, αρχικά ζούσαν οι αυτόχθονες Εκτήμονες, με περίφημο βασιλιά τους τον Ωγυγα, που αφανίστηκαν από επιδημία. Μετά ήρθαν και κατοίκησαν εκεί οι Ύαντες και οι Άονες. Μετά, κατά το έτος 1529 π.Χ. ( σύμφωνα με το Πάριο Χρονικό) ήρθαν στην Βοιωτία από την Αίγυπτο μέσω Φοινίκης (ήσαν όμως καταγωγής από Ερυθρά θάλασσα) οι καλούμενοι Καδμείοι ή Θηβαίοι και έκτισαν τη Θήβα. Στη Βοιωτία, σύμφωνα με την Ιλιάδα, πλην της Θήβας (που δεν έλαβε μέρος στον πόλεμο της Τροίας) υπήρχαν και οι πόλεις: Γραία, Θίσθη, Αυλίδα, Υρία, Σχοίνο, Σκώλο, Θέσπεια, Μυκαλησσό κ.α., οι οποίες έλαβαν μέρος στον Τρωικό πόλεμο, επειδή ήσαν Έλληνες. Οι Φοίνικες Καδμείοι μετά τα Τρωικά αναμείχθηκαν με τους ντόπιους και σιγά-σιγά εξελληνίστηκαν.

ΣΤΕΡΕΑ ΕΛΛΑΔΑ

Η Στερεά Ελλάδα στον Όμηρο χωρίζεται στις εξής περιοχές: Του Ορχομενού των Μινυών και Ασπληδόνος, Αι  Αθήναι (Αττική), η Σαλαμίνα, των Βοιωτών (η Αυλίς, η Υρία, η Σχοίνος, ο Ετεωνός, η Σκώλος, η ευρύχωρη Μυκαλησσός, η Θέσπεια κι η Γραία, ο Ελεών, ο Πετεών, η Ύλη, ο Μεδεών, η Ωκαλέη, το Άρμα, η Θίσβη, η Εύτρησις, οι Κώπες, κι Αλίαρτος, ο Γλίσας, η Κορώνεια, η Πλάτεια, η Όγχηστος, η Νίσα, η Μίδεια, η Άρνη, Ανθηδόνα. Φωκείς (Κυπάρισσος και η Πυθώ, η Κρίσσα και η Δαυλίς, ο Πανοπεύς και ακόμη τα μέρη της Υαμπόλεως και της Ανεμωρείας και η Λίλαια), Των Λοκρών που ’ναι αντίπερα της ιεράς Ευβοίας (η Καλλίερος, η Κύνος, ο Οπούς, Οι Αυγειές, η Βήσσα και η Σκάρφη, η Τάρφην και το Θρόνιον, του Βοαγρίου πόρου), της Ευβοίας ( Χαλκίδ’ Ερέτριαν Και απ’ την Ιστίαιαν και Κήρινθον ακρόγιαλην και ακόμη από το Δίον το υψηλό, την Κάρυστον και Στύ).

Των Αιτωλών (η Χαλκίς και η Πυλήνη, η Ώλενος και η Πλευρών, και η Καλυδών). Η Στερεά Ελλάδα μετά χωρίζονταν στις εξής περιοχές: Αττική ή Κεκρωπία, Βοιωτία, Φωκίδα, Αιτωλία και Ακαρνανία απ΄όπου τα  ονόματα: Αττικοί ή Αθηναίοι, Βοιωτοί, Αιτωλοί και Ακαρνάνες. Σήμερα στη Στερεά Ελλάδα υπάγονται και η Εύβοια με τη Φθιώτιδα. Στη Φωκίδα, όπου βρίσκεται ο Παρνασσός και το περίφημο μαντείο των Δελφών, σύμφωνα με το Ησίοδο και τον Όμηρο, κατοικούσαν αρχικά Πελασγοί και μετά ήρθαν και Δρύοπες, Φλέγες κ.α.

ΕΥΒΟΙΑ

Στη νήσο Εύβοια, σύμφωνα με τους Ησίοδο και Όμηρο, κατοικούσαν οι Αβάντες, που πήραν μέρος στον Τρωικό πόλεμο, και η νήσος λέγονταν «Αβαντίδα νήσος», ενώ Εύβοια ονομάστηκε από ένα βόδι (προφανώς επειδή ανέτρεφε πολλά και ωραία βόδια). Ειδικότερα στο βόρειο τμήμα κατοικούσαν οι Περραιβοί, στο μέσο οι Άβαντες και οι Κουρήτες (Χαλκιδείς) και στο νότιο οι Δρύοπες.

ΚΡΗΤΗ

Στην Κρήτη, σύμφωνα με τον Όμηρο, κατοικούσαν Κύδωνες, Ετεόκρητες, Πελασγοί, Δωριείς και Αχαιοί και με σπουδαιότερες πόλεις την Κνωσό, τη Γόρτυνα, τη Λύκαστο, τη Μίλητο, τη Λύκτο, το Ρύτιον και τη Φαιστό. Σύμφωνα με τους άλλους αρχαίους συγγραφείς (Παυσανία, Διόδωρο, Στράβωνα κ.α.) , αρχικά στην Κρήτη κατοικούσαν οι καλούμενοι Ιδαίοι Δάκτυλοι ή μετέπειτα Κ(ου)ρήτες – Κρήτες (ή άλλως Ετεοκρήτες σε σχέση με τους επήλυδες), οι οποίοι θεωρούνται αυτόχθονες.  Μετά, όταν ήταν βασιλιάς της Κρήτης ο Κρηθέας, ήρθαν στην Κρήτη κάποιοι Πελασγοί, Αχαιοί και Δωριείς, από τη Θεσσαλία με αρχηγό τον Τέκταμο, και αυτό επειδή η νήσος είχε μερικώς ερημωθεί.

Εγγονός του Τέκταμου ήταν ο Μίνωας, ο οποίος (βοηθούμενος από τον αδελφό του Ραδάμανθυ) από τη μια συνένωσαν σε ενιαίο σύνολο τα φύλα της Κρήτης, δημιουργώντας την πρώτη πολιτεία – πολιτισμό στον κόσμο (ο Μίνως εφεύρε πρώτος το σύνταγμα, τη βουλή, τους γερουσιαστές, τα όργνα και τους νόμους διοίκησης κ.τ.λ.) για τη σωστή διακυβέρνησή τους, και από την άλλη συγκρότησαν πρώτοι στον κόσμο πολεμικό ναυτικό και μ’ αυτό έδιωξαν από τα νησιά και το Αρχιπέλαγος τους ληστές και πειρατές Κάρες και Φοίνικες με αποτέλεσμα από τη μια ο ίδιος να γίνει θαλασσοκράτορας και από την άλλη να ανοίξουν οι θαλάσσιοι διάδρομοι και έτσι οι Έλληνες αφενός να μπορέσουν να ασχοληθούν και με ναυτικές εργασίες, να επικοινωνήσουν μεταξύ τους, να πλουτίσουν, να σταματήσουν τον μεταναστευτικό βίο που τους εξανάγκαζαν οι κακοποιοί Κάρες και Φοίνικες κ.α. και όταν πλέον είχαν ενδυναμωθεί εκστράτευσαν εναντίον της Τροίας.

ΗΠΕΙΡΟΣ

Στην Ήπειρο κατοικούσαν οι Πελασγοί ή Γραικοί (= με τοπικά ονόματα: Σελλοί, Ελλοπες, Θεσπρωτοί, Μολοσοί κ.α.) που μετά μετονομάστηκαν και αυτοί σε  Έλληνες. Οι Ηπειρώτικες φυλές κατά το Θεόπομπο ήσαν 14 και κατά το Στράβωνα 11, που ήσαν όλες Ελληνικές: οι Σελλοί, οι Μολοσσοί, οι Θεσπρωτοί, οι Χάονες, οι Αθαμάνες, οι Κασσωπαίοι, οι Έλλοπες, οι Δρύοπες, οι Παραβαίοι, οι Αμβρακιώται, οι Καύκωνες.

«Στη Δωδώνη και στη Βελανιδιά, την έδρα των Πελασγών, πήγε.

Και σ αυτούς που κατοικούσαν στο βάθος της Βελανιδιάς

στο φούσκωμα του βροχοδερμένου ποταμού» (Ησίοδος, Ηοίαι απόσπασμα 102 = στίχος 319)

Αν πράγματι οι Φοίνικες πήραν τις άγιες γυναίκες (= τις δυο ιέρειες του Δία, που, σύμφωνα με τους Αιγύπτιους, η μια μετά έκτισε το μαντείο της Δωδώνης στην Ελλάδα και άλλη το της Θήβας στη Λιβύη) και τις πούλησαν, τη μια στη Λιβύη και την άλλη στην Ελλάδα, νομίζω ότι η γυναίκα αυτή της σημερινής Ελλάδας, της ίδιας δηλαδή χώρας που παλαιότερα ονομάζονταν Πελασγία , πουλήθηκε στη Θεσπρωτία (<<Της νυν Ελλάδος, πρότερον δε Πελασγίης καλουμένης..>>) …. ( Ηρόδοτος B 54 – 57)

Ο κατακλυσμός) περί τον Ελληνικόν εγένετο μάλιστα τόπον. Και τούτου περί την Ελλάδα την αρχαίαν. Αύτη δ’ εστίν η περί Δωδώνην και τον Αχελώον. Ούτος γαρ πολλαχού το ρεύμα μεταβέβληκεν. Ώκουν γαρ οι Σελλοί ενταύθα και οι καλούμενοι τότε μεν Γραικοί, νυν δ’ Έλληνες”. (Αριστοτέλης Μετεωρολογικά 1 352 a).

«Οι δε Πελασγοί των περί την Ελλάδα δυνασευσάντων αρχαιότατοι λέγονται’ και ο ποιητής φησίν ούτω <<Ζευ άνα, Δωδωναίε, Πελασγικέ. Ο δε Ησίοδος: Δωδωνην φηγόν τε Πελασγών εύρανον ήεν». (Στράβων Ζ, Ήπειρος, 9).

«Εξιστορούν πως μετά τον κατακλυσμό πρώτος βασιλιάς των Θεσπρωτών και των Μολοσσών έγινε ο Φαέθων, ένας από εκείνους που έφτασαν στην Ήπειρο μαζί με τον Πελασγό. Μερικοί λένε πως ο Δευκαλίωνας και η Πύρρα, αφού ίδρυσαν εκεί το ιερό της Δωδώνης κατοίκησαν στους Μολοσσούς. Αργότερα ο Νεοπτόλεμος, ο γιος του Αχιλλέα, πηγαίνοντας εκεί λαό κατέλαβε τη χώρα και άφησε πίσω του διαδόχους βασιλείς, που ονομάζονταν Πυρρίδες, γιατί αυτός στην παιδική του ηλικία είχε το παρωνύμιο Πύρρος, και ένα από τα γνήσια παιδιά του, που απέκτησε με τη Λάνασσα, την κόρη του Κλεοδαίου, γιου του Ύλλου, το ονόμασε Πύρρο.

Γι αυτό ο Αχιλλέας στην Ήπειρο απολάμβανε τιμές ισόθεου και λέγονταν Άσπετος στην τοπική διάλεκτο. Ύστερα όμως από τους πρώτους, αφού οι διάδοχοι βασιλείς εκβαρβαρώθηκαν και αμαύρωσαν και τη δύναμη και τη ζωή τους, διηγούνται πως πρώτος ο Θαρύπας έγινε ονομαστός, γιατί στόλισε τις πόλεις με Ελληνικά ήθη και γράμματα και με νόμους φιλάνθρωπους.

Του Θαρύπα γιος ήταν ο Αλκέτας, του Αλκέτα ο Αρύββας, του Αρύββα και της Τρωάδας, ο Αιακίδης. Τούτος παντρεύτηκε τη Φθία, την κόρη ντου Θεσσαλού Μένωνα, άνδρα που διακρίθηκε στον λαμιακό πόλεμο και μετά το Λεωσθένη είχε μεγαλύτερη εκτίμηση από τους συμμάχους. Από τη Φθία ο Αιακίδης απόκτησε τις κόρες Δηιδάμεια και Τρωάδα, και τον γιο Πύρρο. (Πλουτάρχου, Πύρρος, 1-2)

ΘΡΑΚΗ

Στη Θράκη αρχικά κατοικούσαν πάρα πολλά φύλα, άλλα Ελληνικά και άλλα βάρβαρα. Στη Θράκη ήδη από τον 7ο αιώνα π.Χ. και από τις εκβολές του Νέστου ως το δέλτα του Έβρου υπήρχαν τα Αβδηρα, η Δίκαια, η Στρύμη, η Μαρώνεια, η Ορθαγόρια, η Μεσημβρία-Ζώνη, η Δρυς και η Σάλη που ήσαν Ελληνικές ιωνικές αποκίες. Στη δυτική παραλία του Εύξεινου Πόντου οι Μιλήσιοι είχαν ιδρύσει την Απολλωνία, την Οδησσό, τους Τόμους και την Κάλλατι, ενώ οι Μεγαρείς τη Μεσημβρία κ.α. Η Θράκη γίνεται ρωμαϊκή επαρχία το 46 μ.Χ. με πρωτεύουσα την Πέρινθο.

Οι Ελληνικές πόλεις της Θράκης διατήρησαν το καθεστώς των ελεύθερων πόλεων. Ως την εποχή του Διοκλητιανού (279 μ.Χ.) οι Ρωμαίοι διατηρούν την πολιτική οργάνωση των Ελλήνων και το Ελληνικό σύστημα διοίκησης. Στους ρωμαϊκούς χρόνους πραγματοποιείται από τους Ρωμαίους αστικοποίηση της Θράκης κατά το πρότυπο των Ελληνικών πόλεων. Οι κώμες και οι πόλεις της Θράκης ήταν οργανωμένες σε ένα ομόσπονδο σύστημα με συμπολιτείες – κοινά. Αυτά τα χρόνια ιδρύονται η Τραϊανούπολη, η Πλωτινόπολη (σημ. Διδυμότειχο) και η Αδριανούπολη.

Ο Δημοσθένης, σχετικά με τον βασιλιά της Θράκης Τηρέα, λέει: «Ο Τηρέας ήταν βασιλιάς των Θρακών και βίασε την αδελφή της γυναίκας του. Οι δυο γυναίκες ήταν η Πρόκνη και η Φιλομήλα, κόρες του Πανδίονα (βασιλιά των Αθηνών), που τη μια πάντρεψε, την Πρόκνη, με το βασιλιά των Θρακών Τηρέα. Οι δυο γυναίκες αυτές από αγανάκτηση σκότωσαν το γιο του Τηρέα και έφυγαν στην Αττική.

Ο Τηρέας ήρθε στην Αττική να τις συλλάβει, όμως δεν μπόρεσε και αυτοκτόνησε. Κατά τη μυθολογία ο Τηρέας και οι δυο γυναίκες μεταμορφώθηκαν σε πτηνά, οι δυο γυναίκες σε αηδόνι και χελιδόνι, ενώ ο Τηρέας σε γεράκι. (Δημοσθένους Επιτάφιος)

Ο Δημοσθένης, σχετικά με τον βασιλιά Εύμολπο, λέει: «Όταν ο Εύμολπος και πολλοί άλλοι ετοίμασαν εκστρατεία εναντίον μας, τους έδιωξαν όχι μόνο από το δικό μας, αλλά και από τη γη των άλλων Ελλήνων. (Δημοσθένους Επιτάφιος 8)

Σύμφωνα με άλλους, τον Εύμολπο πολέμησαν οι Αθηναίοι, όταν τον κάλεσαν από τη Θράκη οι Ελευσίνιοι ή ήταν ο ίδιος Ελευσίνιος, για να τους βοηθήσει. Ο Εύμολπος σκοτώθηκε στη μάχη, μετά από την οποία οι δυο πόλεις συμφιλιώθηκαν. Οι απόγονοι του Εύμολπου (Ευμολπίδες) ήταν επιφορτισμένοι με την τέλεση των Ελευσίνιων μυστηρίων, των οποίων ιδρυτής θεωρούνταν ο γενάρχης τους».

Σημειώνεται ότι η Θράκη, σύμφωνα με τον Άνδρωνα τον Αλικαρνασσέα (GEOGRAFIKA ANDRVN), ήταν ήπειρος. Οι ήπειροι ήσαν  τέσσερεις  όσες και οι κόρες του Ωκεανού, οι εξής: η Ευρώπη (οι χώρες δυτικά της Ελλάδας = Ιταλία, Σικελία, κ.α.), η Ασία (= οι χώρες ανατολικά της Ελλάδας: Μ. Ασία, Φοινίκη κ.α.), η Λιβύη (Αφρική) και η Θράκη (= οι Χώρες βόρεια της Ελλάδας.

ΜΕΓΑΛΗ ΕΛΛΑΔΑ = MAGNA GRAEGIA: Στη Σικελία αρχικά ζούσαν οι καλούμενοι Σικανοί με περίφημο βασιλιά τους τον Κώκαλο. Επί Μίνωα και εξής έγιναν εκεί και Ελληνικές αποικίες  (Υρία, Μινώα, Σέλινο κ.α.), καθώς και Φοινικικές. Το ντόπιο στοιχείο συνεργάστηκε με τους Έλληνες και έφτασε στο σημείο η Σικελία να θεωρείται Ελληνικό νησί. Περίφημη Ελληνική πόλη οι Συρακούσες.

Στη Νότιο Ιταλία ( =  από το Μιλάνο και κάτω) αρχικά ζούσαν μικρά ντόπια φύλα. Επί Περσέα και Ηρακλή και εξής μεταφέρθηκαν εκεί άποικοι που έκαναν πάμπολες Ελληνικές πόλεις.

Αργότερα θα κατέβουν οι Ρωμαίοι και οι περισσότερες Ελληνικές πόλεις θα συνεργαστούν με τους Ρωμαίους, κάτι που έκανε τους Ρωμαίους να γίνουν υπερδύναμη. Εξαίρεση ήταν μόνο η Ελληνική πόλη Τάραντας που αντιστάθηκε σθεναρά στους Ρωμαίους, όμως στο τέλος υπέκυψε.

Μ. ΑΣΙΑ

Αρχικά στη Μ. Ασία, σύμφωνα με τον Όμηρο, ζούσαν οι καλούμενοι Κάρες, Τρώες,  Λέλεγες , Πελασγοί κ.α., οι οποίοι ήσαν φύλα ομόγλωσσα και ομόθρησκα με τα Ελληνικά (με τους Αχαιούς). Μάλιστα πολλά από τα φύλα αυτά διέμεναν και στη Ευρώπη και στην Ασία, όπως π.χ. οι Πελασγοί, που άλλοι από αυτούς έμεναν στην Κρήτη, άλλοι στη Θεσσαλία και άλλοι στην Ασία. Μετά τα τρωικά δημιουργήθηκοι δυο αντίπαλες ομάδες. Από τη μια είχαμε τους σύμμαχους των Ατρειδών, και από την άλλη τους συμμάχους των Τρώων.

widget για τα Κάστρα της Ελλάδας

Σεπτεμβρίου 18, 2013

Αν έχετε μια ιστοσελίδα ή ένα  blog είναι πολύ  πιθανό να χρησιμοποιείτε ήδη κάποια widgets (ρολόγια, μετρητές επισκέψεων, ημερολόγια κλπ)

 

Ένα χρήσιμο widget που δείχνει Ελληνικά Κάστρα -ένα κάθε φορά- με δυνατότητα ανανέωσης, manually:

Τον κώδικα θα τον βρείτε στη σελίδα: http://www.kastra.eu/widget-castles.php

Πώς θα φάινεται στην ιστοσελίδα σας:

Greek Castle Widget

Ελληνικά Κάστρα

 

Αμερικανοί πρόεδροι

Σεπτεμβρίου 7, 2013

Ένα site με μια γρήγορη και εύληπτη παρουσίαση των Αμερικανών προέδρων. Στα Αγγλικά αλλά χρήσιμο.

Θα το βρείτε εδώ: The Presidents of the USA

presidents