Archive for the ‘Ιστορικά’ category

Περί του ονόματος των Ελλήνων

Οκτώβριος 14, 2017

Οι Έλληνες ήταν γνωστοί με πολλά διαφορετικά ονόματα στην ιστορία. Οι πολεμιστές που έπεσαν στις Θερμοπύλες έπεσαν ως Έλληνες, ενώ αιώνες αργότερα, την εποχή του Ιησού,  οποιοδήποτε πρόσωπο μη-εβραϊκής πίστης αποκαλείτο Έλληνας.

Τον καιρό του  Μεγάλου Κωνσταντίνου ήταν γνωστοί ως Ρωμαίοι, οι γείτονές τους στη Δύση τους έλεγαν Γραικούς, ενώ στην Ανατολή Αλ Ρουμ (Ρωμαίοι). Η αρχή κάθε ιστορικής εποχής συνοδευόταν από νέο όνομα, είτε απολύτως καινούριο, είτε παλαιό και ξεχασμένο, όνομα από την παράδοση ή δανεισμένο από τους ξένους. Κάθε ένα από αυτά ήταν σημαντικό στην εποχή του και όλα είναι λίγο-πολύ σε χρήση. Γι` αυτό οι Έλληνες είναι πολυώνυμος λαός.


Στην Ιλιάδα του Ομήρου, οι ελληνικές συμμαχικές δυνάμεις περιγράφονται με τρία διαφορετικά ονόματα: Αργείοι, Δαναοί και Αχαιοί, και όλα με την ίδια έννοια. Από τα παραπάνω ο πρώτος τύπος χρησιμοποιείται 170 τουλάχιστον φορές, ο δεύτερος 148 και ο τρίτος 598 φορές.

Οι Αργείοι είναι πολιτικός όρος που προέρχεται από την αρχική πρωτεύουσα των Αχαιών, το Άργος. Οι Δαναοί είναι το όνομα που αποδίδεται στη φυλή που εξουσιάζει αρχικά την Πελοπόννησο και την περιοχή κοντά στο Άργος. Αχαιοί ονομάζεται η φυλή που, ενισχυμένη από τους Αιολείς, κυριάρχησε πρώτη στα ελληνικά εδάφη, επικεντρωμένοι γύρω από την πρωτεύουσά τους, τις Μυκήνες.


Κατά την διάρκεια του Τρωικού Πολέμου, οι Έλληνες ήταν μια σχετικά μικρή αλλά δυνατή φυλή στην Φθία της Θεσσαλίας, συγκεντρωμένοι στις πόλεις Άλος, Αλώπη, Τροιχίνα και στο Πελασγικό Άργος

Διάφορες ετυμολογίες που έχουν προταθεί για τη λέξη Έλληνας, αλλά καμία δεν είναι ευρέως αποδεκτή:  –σαλ=> προσεύχομαι,  –έλλ=> ορεινός, –σελ=>φωτίζω. Μια πιό πρόσφατη μελέτη συνδέει το όνομα με την πόλη Ελλάς, δίπλα στον ποταμό Σπερχειό, που είχε αυτό το όνομα κατά την αρχαιότητα.

Ωστόσο, είναι γνωστό  ότι οι Έλληνες έχουν σχέση με τους Σελλούς, τους ιερείς της Δωδώνης στην Ήπειρο. Ο Όμηρος περιγράφει τον Αχιλλέα να προσεύχεται στον Δωδώνιο Δία ως τον αρχέγονο Θεό: «Βασιλέα Ζευ, φώναξε, Άρχοντα της Δωδώνης, θεέ των Πελασγών, που κατοικούν μακριά, που έχεις τη χειμωνιάτικη Δωδώνη κάτω από την εξουσία σου, όπου οι Ιερείς σου οι Σελλοί κατοικούν γύρω σου με τα πόδια τους άπλυτα και τα καταλύματά τους πάνω στο έδαφος».


Ο Πτολεμαίος αποκαλεί την Ήπειρο αρχέγονη Ελλάδα και ο Αριστοτέλης αναφέρει για την ίδια περιοχή ότι συνέβη ένας αρχαίος κατακλυσμός «στην αρχαία Ελλάδα, μεταξύ της Δωδώνης και του Αχελώου ποταμού, τη γη που κατείχαν οι Σελλοί και οι Γραικοί, που αργότερα θα γίνονταν γνωστοί ως Έλληνες», (οι καλούμενοι τότε μεν Γραικοί, νυν δ` Έλληνες). Η θέση, συνεπώς, ότι οι Έλληνες ήταν φυλή από την Ήπειρο η οποία αργότερα μετανάστευσε προς τα νότια στην Φθία της Θεσσαλίας, εχει κάποα βάση. Η επέκταση μιας συγκεκριμένης λατρείας του Δία στη Δωδώνη, η τάση των Ελλήνων να σχηματίζουν ακόμη μεγαλύτερες κοινότητες και αμφικτυονίες, καθώς και η αυξανόμενη δημοτικότητα της λατρείας των Δελφών, είχε ως αποτέλεσμα την επέκταση του ονόματος στην υπόλοιπη ελληνική χερσόνησο, αργότερα πέρα από το Αιγαίο πέλαγος, στην Μικρά Ασία και τελικά προς δυσμάς στη Σικελία και τη νότια Ιταλία, οι οποίες ήταν γνωστές με τον όρο Μεγάλη Ελλάδα.

Η λέξη Έλληνες με την ευρύτερη σημασία της απαντάται για πρώτη φορά σε μια επιγραφή αφιερωμένη στον Ηρακλή για τη νίκη του στις Αμφικτυονίες και αναφέρεται στην 48η Ολυμπιάδα (584 π.Χ.). Φαίνεται πως παρουσιάστηκε τον 8ο αιώνα π.Χ. με τους Ολυμπιακούς Αγώνες και σταδιακά καθιερώθηκε μέχρι τον 5ο αιώνα π.Χ.

Μετά τους Περσικούς πολέμους, αναρτήθηκε επιγραφή στους Δελφούς για τη νίκη εναντίον των Περσών η οποία υμνεί τον Παυσανία ως αρχηγό των Ελλήνων. Η συνείδηση της πανελλήνιας ενότητας προωθείτο μέσω θρησκευτικών εκδηλώσεων, με σημαντικότερη τα Ελευσίνια Μυστήρια, στην οποία οι μυημένοι έπρεπε να μιλούν ελληνικά, και βέβαια μέσω της συμμετοχής στους τέσσερις Πανελλήνιους Αγώνες, όπως ήταν οι Ολυμπιακοί Αγώνες. Απαγορευόταν η συμμετοχή στις γυναίκες και στους μη-Έλληνες. Ορισμένες εξαιρέσεις σημειώθηκαν πολύ αργότερα, όπως για παράδειγμα για τον Αυτοκράτορα Νέρωνα και ήταν αδιαμφισβήτητα ένδειξη της ρωμαϊκής ηγεμονίας.



Η ανάπτυξη μυθολογικών γενεαλογιών από επώνυμους ιδρυτές, πολύ αργότερα μετά τη μετανάστευση προς τα νότια Αχαιών, Ιώνων, Αιολέων και Δωριέων, επηρέασε το πώς αντιμετωπίζονταν οι βορειότερες φυλές. Κατά τον Τρωικό Πόλεμο, οι Ηπειρώτες, οι Μολοσσοί και οι Μακεδόνες δε θεωρούνταν Έλληνες, καθώς οι λαοί με αυτές τις ονομασίες δεν ήταν τότε παρά μια μικρή φυλή στη Θεσσαλία, μέλος της οποίας ήταν ο Αχιλλέας.

Ωστόσο, ακόμα κι όταν η ονομασία επεκτάθηκε, καλύπτοντας όλους τους λαούς νότια του Ολύμπου, οι βορειότεροι λαοί με τις ίδιες ρίζες δεν αποκαλούνταν έτσι. Ένας λόγος ήταν η άρνησή τους να συμμετάσχουν στους Περσικούς Πολέμους. Ωστόσο, αντιπρόσωποι των φυλών αυτών είχαν γίνει δεκτοί στους Ολυμπιακούς Αγώνες και διαγωνίστηκαν μαζί με άλλους Έλληνες. Ο Θουκυδίδης αποκαλεί βαρβάρους τους Ακαρνάνες, τους Αιτωλούς, τους Ηπειρώτες και τους Μακεδόνες, αλλά το επιχειρεί σε καθαρά γλωσσικό πλαίσιο. Όταν ο ρήτορας Δημοσθένης αποκαλεί τους Μακεδόνες χειρότερους από βαρβάρους στον Γ` Φιλιππικό, το κάνει με σεβασμό στον πολιτισμό τους, ο οποίος απλώς δε συμβαδίζει με τα κοινά ελληνικά πρότυπα. Από την άλλη πλευρά, ο Πολύβιος θεωρεί τις φυλές της δυτικής Ελλάδας, Ηπείρου και Μακεδονίας αμιγώς ελληνικές.

Στους επόμενους αιώνες, ο «Έλληνας» απέκτησε ευρύτερη έννοια, συμβολίζοντας όλους τους πολιτισμένους, ενώ το αντίθετο, «βάρβαρος», αντιπροσώπευε τους απολίτιστους.



Το πρώτο πράγμα που οι ελληνικές φυλές παρατήρησαν ήταν το γεγονός της διαφορετικότητας στην ομιλία με τους γειτονικούς λαούς. Στο γεγονός αυτό βασίζεται ουσιαστικά και ο χαρακτηρισμός βάρβαρος, ως ο ομιλών μια ακατάληπτη γλώσσα.

Ο όρος «βάρβαρος» θεωρείται ότι προέρχεται από τη προσπάθεια απόδοσης της ξενικής αυτής ομιλίας, βάσει της ερμηνείας των παραγόμενων ήχων (bar-bar), που έφτανε στα αυτιά των διαφόρων ελληνικών φυλών ως κάποιο είδος ψευδισμού. Παρόμοια νοοτροπία είχαν και οι Αιγύπτιοι, που, σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, αποκαλούσαν βαρβάρους όλους όσοι μιλούσαν διαφορετική γλώσσα, και για τους Σλάβους πιο πρόσφατα, οι οποίοι αποκαλούσαν τους Γερμανούς με το όνομα nemec, που σημαίνει τραυλός . Ο Αριστοφάνης στους Όρνιθες αποκαλεί τον αγράμματο επιστάτη βάρβαρο, ο οποίος όμως έμαθε στα πουλιά να μιλάνε. Τελικά, ο όρος επεκτάθηκε σε ολόκληρο τον τρόπο ζωής των ξένων, ταυτίστηκε δηλαδή με τους όρους «αμόρφωτος» ή «απολίτιστος». Έτσι, «ένας αγράμματος άνθρωπος είναι κι αυτός βάρβαρος».
Σύμφωνα με τον Διονύσιο της Αλικαρνασσού, ένας Έλληνας διέφερε από έναν βάρβαρο σε τέσσερα σημεία: εκλεπτυσμένη γλώσσα, εκπαίδευση, θρησκεία και νόμους . Η ελληνική εκπαίδευση έγινε συνώνυμη με την ευγενή ανατροφή. Ο Απόστολος Παύλος το θεωρούσε υποχρέωσή του να κηρύξει σε όλους τους λαούς το Ευαγγέλιο, σε «Έλληνες και βαρβάρους, σοφούς και ανόητους» .

Η διάκριση ανάμεσα σε Έλληνες και βαρβάρους διήρκεσε μέχρι τον 4ο αιώνα π.Χ. Ο Ευριπίδης θεωρούσε λογικό να κυριαρχήσουν οι Έλληνες στους βαρβάρους, γιατί οι πρώτοι προορίζονταν για ελευθερία, ενώ οι δεύτεροι για σκλαβιά . Ο Αριστοτέλης κατέληξε στο συμπέρασμα πως "η φύση ενός βαρβάρου κι ενός δούλου είναι ένα και το αυτό" . Η φυλετική διαφοροποίηση άρχισε να ξεθωριάζει με τη διδασκαλία των Στωικών, που δίδασκαν πως όλοι οι άνθρωποι είναι ίσοι απέναντι στον Θεό κι έτσι από τη φύση τους δεν μπορεί να υπάρχει ανισότητα μεταξύ τους. Με τον καιρό, η ονομασία Έλληνας έγινε σημάδι διανόησης κι όχι καταγωγής, όπως είπε κι ο Ισοκράτης.

Οι κατακτήσεις του Μεγάλου Αλεξάνδρου έφεραν την ελληνική επιρροή στην Ανατολή, "εξάγοντας" τον ελληνικό πολιτισμό και μεταβάλλοντας την εκπαίδευση και τις κοινωνικές δομές των περιοχών αυτών. Ο Ισοκράτης ανέφερε στον Πανηγυρικό του: "οι ταύτης μαθηταί των άλλων διδάσκαλοι γεγόνασι, και το των Ελλήνων όνομα πεποίηκε μηκέτι του γένους αλλά της διανοίας δοκείν είναι" . Ο Ελληνιστικός πολιτισμός είναι η εξέλιξη του κλασικού αρχαιοελληνικού πολιτισμού με παγκόσμιες προοπτικές. Παρομοίως, η ονομασία Έλληνας εξελίχτηκε από εθνική ονομασία σε πολιτιστικό όρο, που υποδήλωνε κάποιον που διήγαγε τη ζωή του σύμφωνα με τα ελληνικά ήθη και έθιμα.


Η σύγχρονη αγγλική λέξη Greek  προέρχεται από τη λατινική Graecus, η οποία με τη σειρά της προέρχεται από την ελληνική Γραικός, το όνομα φυλής Βοιωτών που μετανάστευσε στην Ιταλία τον 8ο αιώνα π.Χ..
Με αυτό το όνομα ήταν γνωστοί οι Έλληνες στη Δύση.
Ο Όμηρος, κατά την απαρίθμηση των βοιωτικών δυνάμεων στην Ιλιάδα (Κατάλογος των Νηών), παρέχει την πρώτη γραπτή αναφορά για μια πόλη της Βοιωτίας με το όνομα Γραία και ο Παυσανίας αναφέρει ότι Γραία ήταν το όνομα της αρχαίας πόλης της Τανάγρας. Η Κύμη, πόλη δυτικά της Νεάπολης και νότια της Ρώμης, ιδρύθηκε από Κυμείς και Χαλκιδείς, καθώς και κατοίκους της Γραίας. Στην επαφή αυτών των Βοιωτών αποίκων με τους Ρωμαίους ίσως και να οφείλεται η λατινική ονομασία Graeci για όλες τις ελληνόφωνες φυλές.

Ο Αριστοτέλης, η αρχαιότερη πηγή που αναφέρει τη λέξη αυτή, δηλώνει ότι κατακλυσμός "σάρωσε" την κεντρική Ήπειρο, περιοχή της οποίας οι κάτοικοι αποκαλούνταν Γραικοί κι αργότερα ονομάζονταν Έλληνες. Στη Μυθολογία, ο Γραικός είναι ξάδερφος του Λατίνου και η λέξη μάλλον σχετίζεται με τη λέξη γηραιός, που ήταν ο τίτλος των ιερέων της Δωδώνης.
Ονομάζονταν επίσης Σελλοί, κάτι που δείχνει τη σχέση μεταξύ των δυο βασικών ονομασιών των Ελλήνων. Η επικρατούσα θεωρία για τον αποικισμό της Ιταλίας είναι ότι τμήμα κατοίκων της Ηπείρου διέσχισαν τη Δωδώνη και μετοίκησαν στη Φθία και έγιναν γνωστοί ως Έλληνες, η φυλή που οδήγησε στην Τροία ο Αχιλλέας. Οι υπόλοιποι κάτοικοι αναμείχθηκαν με άλλες φυλές που κατέφτασαν αργότερα, χωρίς όμως να χάσουν το όνομά τους. Από εκεί ταξίδεψαν δυτικά προς την Ιταλία, πριν καταφτάσει το πρώτο κύμα αποικισμού στη Σικελία και την Κάτω Ιταλία τον 8ο αιώνα π.Χ.

Στην Ανατολή, καθιερώθηκε ένας εντελώς διαφορετικός όρος. Οι αρχαίοι λαοί της Μέσης Ανατολής αναφέρονταν στους Έλληνες ως Yunan, από την περσική λέξη Γιαουνά (Yaunâ), η οποία με τη σειρά της προέρχεται από την ελληνική Ιωνία, δηλαδή τα δυτικά παράλια της Μικράς Ασίας. Στα τέλη του 6ου αιώνα π.Χ., οι Πέρσες κατέκτησαν την ιωνική φυλή κι έτσι η ονομασία αυτή επεκτάθηκε για όλους τους Έλληνες.

Οι αρχαιότερες αναφορές στους Yaunâ βρίσκονται στις αυτοκρατορικές επιγραφές της δυναστείας των Αχαιμενιδών. Η πρώτη από αυτές (520 π.Χ.) είναι επιγραφή του Δαρείου Α` στο Μπεχιστούν (Behistun). Σε άλλη επιγραφή του Δαρείου Α`, στο Νακς-ι Ρουστάμ (Naqš-i Rustam), αναφέρονται οι Yaunâ με το ασπιδοειδές καπέλο. Αυτή η ονομασία προέρχεται από τη χρήση της καυσίας, δηλαδή του μακεδονικού πλατύγυρου καπέλο για τον ήλιο (παραλλαγής του πέτασου), και υπονοεί τους Μακεδόνες. Επίσης, επιγραφή του Ξέρξη στην Περσέπολη και τις Πασαργάδες μιλάει για Yaunâ, κοντά και πέρα από τη θάλασσα.
Όλοι οι λαοί υπό την περσική κυριαρχία υιοθέτησαν αυτό τον όρο και από εκεί προέρχεται η σανσκριτική λέξη Γιαβάνα, που συναντά κανείς σε αρχαία σανσκριτικά κείμενα, κι αργότερα αναφέρεται στους Έλληνες των ελληνιστικών βασιλείων της Ινδίας, καθώς και οι λέξεις Yona στη γλώσσα Πάλι και Yonaka(όρος με τον οποίο αυτοχαρακτηρίζονταν οι Έλληνες της Βακτρίας).
Ο όρος Yunan (युनान) χρησιμοποιείται σήμερα στα τουρκικά, τα αραβικά (يوناني), τα περσικά, τα αζερικά, τα ινδικά Χίντι (यूनान) και τις γλώσσες Μαλάι (Ινδονησία, Μαλαισία κα).

Η ονομασία Έλληνας απέκτησε εντελώς θρησκευτική σημασία στους πρώτους χριστιανικούς αιώνες μέχρι και το τέλος της πρώτης χιλιετίας, διάστημα κατά το οποίο διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία. Καίρια ήταν η επαφή με τον Ιουδαϊσμό, καθώς κληροδότησε τη θρησκευτική διαφοροποίηση των ανθρώπων. Οι Εβραίοι, όπως κι οι Έλληνες, διαφοροποιούσαν εαυτούς από τους ξένους, οι πρώτοι όμως με θρησκευτικά κι όχι πολιτιστικά κριτήρια.

Με την κατάκτηση των Ελλήνων από τη Ρώμη, όπως οι Έλληνες θεωρούσαν βαρβάρους όλους τους απολίτιστους λαούς, έτσι κι οι Εβραίοι θεωρούσαν όλους τους παγανιστές goyim (άπιστους, κυριολεκτικά "έθνη"). Η θρησκευτική αυτή διάκριση υιοθετήθηκε από τους πρώτους Χριστιανούς κι έτσι αναφέρονταν σε όλους τους παγανιστές ως Έλληνες.
Ο Απόστολος Παύλος στις Επιστολές του χρησιμοποιεί την ονομασία Έλληνας σχεδόν πάντα σε σχέση με την ονομασία Εβραίος, πιθανότατα με σκοπό να αντιπροσωπεύσει το σύνολο των δυο θρησκευτικών κοινοτήτων .

Ο Έλληνας χρησιμοποιείται με θρησκευτική σημασία για πρώτη φορά στην Καινή Διαθήκη, στο Κατά Μάρκον Ευαγγέλιον . Καθαρά θρησκευτική σημασία έφτασε να κατέχει ο όρος κατά το 2ο ή 3ο αιώνα μ.Χ. Ο Αθηναίος Αριστείδης αναφέρεται στους Έλληνες ως έναν από τους αντιπροσωπευτικούς παγανιστικούς λαούς, μαζί με τους Αιγύπτιους και τους Χαλδαίους. Αργότερα, ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς αναφέρει έναν ανώνυμο Χριστιανό συγγραφέα, που αποκαλούσε τους παραπάνω Έλληνες και μιλούσε για δυο παλιά έθνη κι ένα νέο: το χριστιανικό έθνος.

Από τότε και στο εξής, ο όρος δε σήμαινε εθνική καταγωγή ούτε ελληνική εκπαίδευση, αλλά γενικά παγανιστές, ανεξαρτήτου φυλής. Η προσπάθεια του Αυτοκράτορα Ιουλιανού να επαναφέρει τον παγανισμό απέτυχε και σύμφωνα με τον Πάπα Γρηγόριο Α`, "τα πράγματα εξελίχθηκαν υπέρ της Χριστιανοσύνης και η θέση των Ελλήνων επλήγη σοβαρά" . Μισό αιώνα αργότερα, Χριστιανοί διαμαρτύρονται εναντίον του Έπαρχου της Αλεξάνδρειας, κατηγορώντας τον ότι ήταν Έλληνας . Ο Θεοδόσιος Α` προέβη στα πρώτα "νομοθετικά" βήματα εναντίον του παγανισμού, αλλά οι νομοθετικές μεταρρυθμίσεις του Ιουστινιανού προκάλεσαν διώξεις των παγανιστών σε μαζικό βαθμό. Ο Ιουστινιάνειος Κώδικας περιείχε δυο νόμους, που διέτασσαν την ολοκληρωτική καταστροφή του Ελληνισμού, ακόμα και στο δημόσιο βίο. Οι μη-Χριστιανοί θεωρούνταν δημόσια απειλή, κάτι που υποβίβασε ακόμη περισσότερα τη σημασία του Έλληνα. Παραδόξως, σύμφωνα με το λεξικό της Σούδας, οΤριβωνιανός, ο ίδιος ο νομικός αρμοστής του Ιουστινιανού, ήταν "Έλληνας".


Την εποχή της πτώσης της Ρώμης (το 476 μ.Χ.) οι περισσότεροι κάτοικοι της Ανατολής είχαν φτάσει στο σημείο να θεωρούν τους εαυτούς τους Χριστιανούς και, περισσότερο από κάθε άλλη φορά, είχαν κάποια ιδέα ότι ήταν Ρωμαίοι. Ακόμη κι αν δε συμπαθούσαν τη διακυβέρνησή τους περισσότερο απ` ό,τι πριν, οι Έλληνες ανάμεσά τους δεν μπορούσαν πλέον να τη θεωρούν ξένη, ότι ασκούνταν από Λατίνους στην Ιταλία. Η ίδια η λέξη Έλλην είχε ήδη αρχίσει να σημαίνει ειδωλολάτρης παρά έναν άνθρωπο ελληνικής φυλής ή που μετείχε στον ελληνικό πολιτισμό. Αντίθετα η συνηθισμένη λέξη για έναν Έλληνα της Ανατολής είχε αρχίσει να είναι το Ρωμαίος, το οποίο εμείς οι σύγχρονοι αποδίδουμε ως Βυζαντινός.


Ρωμαίοι είναι η ονομασία με την οποία οι Έλληνες ήταν γνωστοί κατά τον Μεσαίωνα. Ενώ η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία εκχριστιανιζόταν, η θρησκευτική αλλοίωση του ονόματος Έλλην ολοκληρώθηκε. Στη διάρκεια εκείνης της περιόδου οι Έλληνες της Αυτοκρατορίας υιοθέτησαν την ονομασία Ρωμαίοι, επειδή η προηγούμενη είχε χάσει την παλαιότερη σημασία της. Έτσι ενώ η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία εξελληνιζόταν, το όνομα των Ελλήνων εκρωμαϊζόταν.

Το ξένο δανεικό όνομα αρχικά είχε περισσότερο πολιτική παρά εθνική σημασία, η οποία συνοδοιπορούσε με την οικουμενική ιδεολογία της Ρώμης που φιλοδοξούσε να περικλείσει όλα τα έθνη του κόσμου κάτω από ένα αληθινό Θεό. Μέχρι τις αρχές του 7ου αιώνα, όταν η Αυτοκρατορία ακόμη έλεγχε μεγάλες εκτάσεις και πολλούς ανθρώπους, η χρήση του ονόματος Ρωμαίος πάντα δήλωνε την κατοχή πολιτικών δικαιωμάτων και ποτέ καταγωγή. Διάφορες εθνότητες μπορούσαν να χρησιμοποιούν τα εθνικά ονόματά τους ή τα τοπωνύμια τους, για να αποσαφηνίζουν την κατοχή πολιτικών δικαιωμάτων από τη γενεαλογία, γι’ αυτό ο ιστορικός Προκόπιος προτιμά να αποκαλεί τους Βυζαντινούς εξελληνισμένους Ρωμαίους, ενώ άλλοι συγγραφείς χρησιμοποιούν Ρωμαιοέλληνες και Ελληνορωμαίοι, αποβλέποντας στο να δηλώσουν καταγωγή και κατοχή πολιτικών δικαιωμάτων συγχρόνως.

Οι εισβολές των Λομβαρδών και των Αράβων τον ίδιο αιώνα είχαν ως αποτέλεσμα την απώλεια των περισσότερων επαρχιών, συμπεριλαμβανομένων και της Ιταλίας και όλης της Ασίας, εκτός από την Ανατολία. Οι περιοχές που διατηρήθηκαν ήταν κυρίως ελληνικές, μετατρέποντας έτσι την αυτοκρατορία σε μια πολύ πιο συνεκτική ενότητα που τελικά εξελίχτηκε σε σαφώς ενσυνείδητη ταυτότητα. Διαφορετικά απ’ ότι τους προηγούμενους αιώνες, προς το τέλος της πρώτης χιλιετίας μ.Χ. εκφράζεται στα βυζαντινά έγγραφα μια ξεκάθαρη αίσθηση εθνικισμού.

Η αποτυχία των Βυζαντινών να προστατεύσουν τον Πάπα από τους Λομβαρδούς εξανάγκασε τον Πάπα να αναζητήσει βοήθεια αλλού. Στο αίτημά του απάντησε ο Φράγκος ηγεμόνας  Πιπίνος II από την Ακουϊτανία, τον οποίο είχε ονομάσει "Πατρίκιο", τίτλο που προκάλεσε σοβαρή σύγκρουση. Το 772, η Ρώμη έπαψε να μνημονεύει τον αυτοκράτορα  και στα 800 ο Καρλομάγνος στέφθηκε Ρωμαίος αυτοκράτορας από τον ίδιο τον Πάπα, επίσημα απορρίπτοντας τους Βυζαντινούς ως πραγματικούς Ρωμαίους. Σύμφωνα με τη ερμηνεία των γεγονότων από τους Φράγκους, ο παπισμός κατάλληλα "μετέφερε τη ρωμαϊκή αυτοκρατορική εξουσία από τους Έλληνες στους Γερμανούς, στο όνομα της Μεγαλειότητός του, του Καρόλου".

Στο εξής, ένας πόλεμος ονομάτων ξέσπασε γύρω από τα ρωμαϊκά αυτοκρατορικά δικαιώματα. Αδυνατώντας να αρνηθούν ότι υπήρχε αυτοκράτορας στην Κωνσταντινούπολη, ικανοποιούνταν αποκηρύσσοντας τον ως διάδοχο της ρωμαϊκής κληρονομιάς με το επιχείρημα ότι οι Έλληνες δεν είχαν καμιά σχέση με τη ρωμαϊκή κληρονομιά. Ο Πάπας Νικολάος Α` έγραψε στον Αυτοκράτορα Μιχαήλ Γ`, "Παύσατε να αποκαλείστε `Αυτοκράτωρ Ρωμαίων,` αφού οι Ρωμαίοι των οποίων ισχυρίζεστε ότι είστε Αυτοκράτορας, είναι στην πραγματικότητα βάρβαροι, κατά τη γνώμη σας".

Στο εξής, για τους Δυτικούς, ο αυτοκράτορας στην Ανατολή ήταν γνωστός και μνημονευόταν ως Αυτοκράτωρ Ελλήνων και η χώρα τους ως Ελληνική Αυτοκρατορία, διατηρώντας και τους δύο "Ρωμαϊκούς" τίτλους για τον Φράγκο βασιλιά. Το ενδιαφέρον και των δύο πλευρών ήταν περισσότερο κατ’ όνομα παρά πραγματικό. Καμιά γη δε διεκδικήθηκε ποτέ, αλλά η προσβολή που οι Βυζαντινοί αισθάνθηκαν για την κατηγορία καταδεικνύει πόσο συναισθηματικά συνδεδεμένοι ήταν με το όνομα Ρωμαίος. Ενδεικτικά, ο Επίσκοπος Λιουτπράνδος (Cremon Liutprand), απεσταλμένος της φραγκικής αυλής, φυλακίστηκε για σύντομο χρονικό διάστημα στην Κωνσταντινούπολη, επειδή δεν αναφέρθηκε στον Ρωμαίο αυτοκράτορα με τον κατάλληλο τίτλο του. Η φυλάκισή του θεωρήθηκε αντίμετρο στην ίδρυση της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας από τον Otto I (Όθωνα Α`).

Είναι γενικά αποδεκτό ότι  οι «Ρωμαίοι» των τελευταίων αιώνων του Βυζαντίου αποτελούσαν έθνος που σε μεγάλο βαθμό, και ειδικά μετά την κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης από τους Φράγκους το 1204, ταυτίζεται με το νεότερο ελληνικό έθνος.

Ο πρώτος που διατύπωσε αυτή την άποψη ήταν ο Α. Καλδέλλης (καθηγητής βυζαντινολόγος στο Παν/μιο του Οχάιο). Κατά τη γνώμη του οι Ρωμαίοι δεν θεωρούσαν τον εαυτό τους Έλληνες πριν το 1204 και ο Ελληνισμός ήταν κατασκευή των μορφωμένων η οποία κατά την Αυτοκρατορία της Νίκαιας έγινε το κύριο συστατικό μια εθνικιστικής ιδεολογίας.

Ο Χρήστος Μαλατράς διαπιστώνει ότι οι Ρωμαίοι των πηγών του 12ου-13ου αιώνα αποτελούν εθνική ομάδα που αναφέρεται με τους πρακτικά συνώνυμους όρους γένος, έθνος και φύλο. Ο όρος «Ρωμαίος» δεν ταυτίζεται με τον υπήκοο του Βυζαντίου αφού αποδίδεται και σε χριστιανούς υπό τον Τούρκο σουλτάνο ενώ υπάρχουν υπήκοοι του Βυζαντίου που δεν θεωρούνται Ρωμαίοι αλλά «αλλογενείς» και «βάρβαροι». Επίσης διαπιστώνει ότι ο όρος δεν είναι κατασκευή των μορφωμένων αφού αναγνωρίζεται και από τον λαό. Γεωγραφικές περιοχές του Βυζαντίου όπως η Σερβία, η Βουλγαρία και η Κιλικία δεν θεωρούνταν «περιοχές των Ρωμαίων» ενώ ταυτόχρονα «αλλογενείς» κατοικούσαν σε περιοχές Ρωμαίων. Πρόσωπα που δεν υπάκουαν στον αυτοκράτορα δεν έπαυαν να θεωρούνται Ρωμαίοι. Δεν ονομάζονταν έτσι οι Σλάβοι και Αιγύπτιοι χριστιανοί ορθόδοξοι ούτε αρκούσε η γνώση της ελληνικής γλώσσας για να ονομαστεί κάποιος Ρωμαίος. Τα κύρια όρια αυτής της εθνικής ομάδας, η ορθοδοξία και η ελληνική γλώσσα, έπρεπε να είχαν αποκτηθεί εκ γενετής.


Την ίδια εποχή (12ος-13ος αι.) οι Ρωμαίοι της αρχαίας Ρώμης γίνονται αντιληπτοί ως Άλλοι. Απορρίπτεται το πρό Μεγάλου Κωνσταντίνου λατινικό παρελθόν και αποκαθίσταται το αρχαίο ελληνικό ενώ αναγνωρίζεται ότι η χριστιανική θρησκεία δεν επαρκεί για να σχηματιστεί η ταυτότητα αυτής της εθνικής ομάδας η οποία επιβιώνει στους επόμενους αιώνες μέχρι τον σχηματισμό έθνους-κράτους τον 19ο αιώνα. Τότε επισήμως υιοθετείται το όνομα Έλληνας αντί του Ρωμαίος.

Ο όρος "Βυζαντινή Αυτοκρατορία" επινοήθηκε το 1557, έναν αιώνα περίπου μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης από τον Γερμανό ιστορικό Ιερώνυμο Βολφ (Hieronymus Wolf), ο οποίος εισήγαγε ένα σύστημα βυζαντινής ιστοριογραφίας στο έργο του Corpus Historiae Byzantinae, για να διακρίνει την αρχαία ρωμαϊκή από τη μεσαιωνική ελληνική ιστορία, χωρίς να στρέψει την προσοχή προς τους αρχαίους προγόνους τους. Αρκετοί συγγραφείς υιοθέτησαν την ορολογία του στη συνέχεια, αλλά παρέμεινε σχετικά άγνωστη. Όταν το ενδιαφέρον αυξήθηκε, οι Άγγλοι ιστορικοί προτιμούσαν να χρησιμοποιούν ορολογία "ρωμαϊκή" (ο Έντουαρντ Γκίμπον (Edward Gibbon) τη χρησιμοποιούσε με έναν ιδιαίτερα μειωτικό τρόπο)• ενώ οι Γάλλοι ιστορικοί προτιμούσαν να την ονομάζουν "ελληνική". Ο όρος επανεμφανίστηκε στα μέσα του 19ου αιώνα και από τότε έχει κυριαρχήσει πλήρως στην ιστοριογραφία, ακόμη και στην Ελλάδα, παρά τις αντιρρήσεις του Κωνσταντίνου Παπαρρηγόπουλου  ότι η αυτοκρατορία θα έπρεπε να καλείται "Ελληνική". Λίγοι Έλληνες λόγιοι υιοθέτησαν την ορολογία εκείνη την εποχή, αλλά έγινε δημοφιλής μόνο το δεύτερο μισό του 20ου αιώνα.

H εξωεκκλησιαστική χρήση της ονομασίας Έλληνας αναβίωσε τον 9ο αιώνα, μετά την έκλειψη του παγανισμού, που δεν ήταν πλέον απειλή για την κυριαρχία του Χριστιανισμού. Ο όρος στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία απέκτησε αρχικά την πολιτισμική του σημασία και μέχρι τον 11ο αιώνα απέκτησε την αρχική του σημασία: του ανθρώπου με ελληνική καταγωγή, συνώνυμου εκείνη την εποχή με τον όρο Ρωμαίος.

Η επανίδρυση του Πανεπιστημίου της Κωνσταντινούπολης στο παλάτι της Μαγναύρας δημιούργησε ενδιαφέρον για την απόκτηση γνώσης, ιδιαίτερα στις ελληνικές σπουδές. Ο Πατριάρχης Φώτιος Α΄ ενοχλείτο που "οι ελληνικές σπουδές προτιμώνταν αντί των πνευματικών έργων". Ο Μιχαήλ Ψελλός λαμβάνει ως φιλοφρόνηση τα λόγια του Αυτοκράτορα Ρωμανού Γ`, ότι "είχε ελληνική ανατροφή" και ως αδυναμία του Αυτοκράτορα Μιχαήλ Δ`την έλλειψη ελληνικής εκπαίδευσης , ενώ η Άννα Κομνηνή ισχυριζόταν ότι "κατείχε τη σπουδή των Ελληνικών στο μέγιστο βαθμό" και, σχολιάζοντας την ίδρυση ορφανοτροφείου από τον πατέρα της, ανέφερε πως "εκεί μπορούσε να δει κανείς να εκπαιδεύεται ένας Λατίνος, ένας Σκύθης να μελετά Ελληνικά, ένας Ρωμαίος να διαβάζει ελληνικά κείμενα κι ένας αγράμματος Έλληνας να μιλάει σωστά Ελληνικά" . Σε αυτή την περίπτωση, μπορεί να λεχθεί πως οι Βυζαντινοί ήταν Ρωμαίοι σε πολιτικό επίπεδο αλλά Έλληνες στην καταγωγή.

Ο Ευστάθιος ο Θεσσαλονικεύς αποσαφηνίζει το διαχωρισμό αυτό στην αναφορά του για την Άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1204: στους εισβολείς αναφέρεται με το γενικό όρο Λατίνοι, περιλαμβάνοντας τους συναφείς με τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, ενώ με τον όρο Έλληνες αναφέρεται στον κυρίαρχο πληθυσμό της αυτοκρατορίας .

Μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους, τονίζεται ο ελληνικός εθνικισμός. Ο Νικήτας Χωνιάτης υπογράμμιζε τα αίσχη των Λατίνων απέναντι στους Έλληνες στην Πελοπόννησο . Ο Νικηφόρος Βλεμμύδης ανέφερε ως "Έλληνες" τους Βυζαντινούς αυτοκράτορες .

Ο δεύτερος Αυτοκράτορας της Νίκαιας Ιωάννης Γ΄ Δούκας Βατάτζης απηύθυνε μια επιστολή στον Πάπα Γρηγόριο Θ` σχετικά με τη "φρόνηση, η οποία επιδαψιλεύει το Ελληνικόν Έθνος". Υποστήριζε ότι η μεταβίβαση της αυτοκρατορικής εξουσίας από την Ρώμη στην Κωνσταντινούπολη υπαγορεύθηκε από εθνικούς μάλλον παρά από γεωγραφικούς λόγους και, κατά συνέπεια, δεν ανήκε στους Λατίνους που είχαν καταλάβει την Κωνσταντινούπολη: Η κληρονομιά του Κωνσταντίνου του Μεγάλου μεταβιβάσθηκε στους Έλληνες, έτσι υποστήριζε, και αυτοί μόνοι ήσαν οι κληρονόμοι και διάδοχοί του.
Ο γιος του Θεόδωρος Β΄ Λάσκαρις επιθυμούσε σφοδρότατα να προβάλει το όνομα των Ελλήνων, με πραγματικό εθνικιστικό ζήλο. Προέβαλε ως επιχείρημα ότι "η Ελληνική φυλή επικρατεί των άλλων γλωσσών" και ότι "κάθε τομέας φιλοσοφίας και κάθε μορφή γνώσης είναι επινόηση των Ελλήνων… Τι έχετε, εσείς, ώ Ιταλοί, να επιδείξετε;"

Η εξέλιξη του ονόματος ήταν αργή και ποτέ δεν αντικατέστησε πλήρως το "ρωμαϊκό" όνομα. Ο Νικηφόρος Γρηγοράς ονόμασε το ιστορικό έργο του "Ρωμαϊκή Ιστορία". Ο Αυτοκράτορας Ιωάννης ΣΤ` Καντακουζηνός, μέγας υποστηρικτής της ελληνικής παιδείας, στα απομνημονεύματά του αναφέρεται πάντα στους Βυζαντινούς με τον όρο "Ρωμαίοι", εν τούτοις σε μια επιστολή που του απέστειλε ο Σουλτάνος της Αιγύπτου Νάσερ Χασάν μπεν Μοχάμεντ, τον μνημονεύει ως "Αυτοκράτορα των Ελλήνων, Βουλγάρων, Ασάνων, Βλάχων, Ρώσων και Αλανών", όχι όμως των "Ρωμαίων". Τον επόμενο αιώνα ο Γεώργιος Γεμιστός ή Πλήθων υπέδειξε στον Κωνσταντίνο 11ο Παλαιολόγο ότι ο λαός, του οποίου ηγείται, είναι "Έλληνες, όπως πιστοποιεί η φυλή, η γλώσσα και η παιδεία τους", ενώ ο Λαόνικος Χαλκοκονδύλης συνηγορούσε υπέρ της ολοσχερούς αντικατάστασης του όρου "Ρωμαίοι" με τον όρο "Έλληνες". Ο ίδιος ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος τελικά ανακήρυξε την Κωνσταντινούπολη ως το "καταφύγιο των Χριστιανών, ελπίδα και αγάπη όλων των Ελλήνων".

Μετά την πτώση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και κατά τη διάρκεια της οθωμανικής κατοχής, ξεκίνησε μια σφοδρή ιδεολογική διαμάχη ανάμεσα στις τρεις διαφορετικές ονομασίες των Ελλήνων. Η διαμάχη αυτή κόπασε για κάποιο χρονικό διάστημα μετά την Ελληνική Επανάσταση του 1821, αλλά επιλύθηκε οριστικά μόλις στις αρχές του 20ού αιώνα, μετά την ανακατάληψη της Μικράς Ασίας από τους Τούρκους.

Η προετοιμασία του ελληνισμού για την εθνική του αφύπνιση, είναι σαφές ότι περιέχει πολλές παραμέτρους οι οποίες και θα αναλυθούν, ώστε να γίνουν κατανοητές οι ζυμώσεις της προεπαναστατικής περιόδου. Η συμβολή του Νεοελληνικού Διαφωτισμού στην προετοιμασία της αφύπνισης του ελληνικού έθνους είναι μεγάλη, καθώς με τα έργα των Ελλήνων διανοούμενων της εποχής, συνέβαλλαν στη διαμόρφωση της νεοελληνικής συνείδησης, της γλώσσας και της εκπαίδευσης των Ελλήνων. Οι διανοούμενοι θεώρησαν την παιδεία βασικό θεμέλιο της εθνικής αφύπνισης. Το πνευματικό αυτό κίνημα αποτέλεσε την κινητήρια δύναμη για τoν σκοπό αυτό, μεταφέροντας τις ιδέες του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού με την μετάφραση των έργων των μεγάλων Διαφωτιστών της Δύσης. Ως αποτέλεσμα του ξεσπάσματος του Αιώνα των Φώτων την περίοδο αυτή στην Ευρώπη, παρατηρείται το φαινόμενο της εμφάνισης εθνικών ομάδων οι οποίες, αν κι ακόμη ζουν μέσα στις πολυεθνικές αυτοκρατορίες, αρχίζουν να αναζητούν την ανεξαρτησία τους.
Στον ελληνικό χώρο τα πράγματα είναι διαφοροποιημένα. Η Ελλάδα ήταν ένα κράμα γλωσσών, πολιτισμών, εθνοτήτων και θρησκειών. Επίσης, ήταν τμήμα μιας πολυεθνικής αυτοκρατορίας η οποία δεν είχε καμία σχέση με την Ευρώπη. Η έλλειψη παιδείας και νόμων ήταν το βασικό χαρακτηριστικό της. Οι σουλτάνοι δεν ήταν φίλοι των γραμμάτων, των τεχνών και των επιστημών, όπως οι Ευρωπαίοι μονάρχες οι οποίοι τα καλλιεργούσαν στις αυλές τους. Το Οθωμανικό κράτος είχε εντελώς διαφορετικό χαρακτήρα, άλλη κυρίαρχη θρησκεία, άλλους θεσμούς, άλλη πολιτική οργάνωση. Τα έθνη που διαβιούσαν στην αυτοκρατορία χωρίζονταν σε μιλέτια, το μιλέτι των πιστών, το μιλέτι των Εβραίων και το μιλέτι των Ρωμιών (Ρούμ). Είναι, όμως γεγονός ότι οι υπόδουλοι Έλληνες ήταν σε καλύτερη κατάσταση από τα άλλα μιλέτια, καθώς είχαν τη δική τους διοίκηση και συμμετείχαν και στη διοίκηση της Αυτοκρατορίας. Οι βασικές έννοιες που θα προσεγγιστούν, είναι του Γένους και του Έθνους, καθώς και θα αναλυθούν τα τρία εθνικά ονόματα, Ρωμιός, Γραικός και Έλληνας. Είναι γεγονός ότι σε όλη τη διάρκεια του Νεοελληνικού Διαφωτισμού του οποίου κύριος σκοπός ήταν ο φωτισμός του Γένους και η προετοιμασία για την ανάστασή του, εκφράστηκαν απόψεις για το θέμα του ονοματισμού του αλλά και της γλώσσας του.
Οι έννοιες Γένους και Έθνους άλλοτε συγκλίνουν και άλλοτε αποκλίνουν. Στα κείμενα του Διαφωτισμού συνυπάρχουν και οι δύο, πολλές φορές με διαφορετικές αποχρώσεις. Στην αρχή, το Γένος βασίζεται στην καταγωγή, ενώ σε μεταγενέστερους εκπροσώπους του Διαφωτισμού και κυρίως τους ριζοσπαστικούς χάνει την οικουμενικότητά του. Κι αυτό για το λόγο ότι, οι επιδιώξεις του Γένους αλλάζουν και στρέφεται προς τη δημιουργία εθνικού κράτους και έτσι, εμφανίζεται ο όρος Έθνος. Με τον όρο Γένος εννοείται το σύνολο των Ελλήνων που κατοικεί στην πάλαι ποτέ Βυζαντινή Αυτοκρατορία, το οποίο είναι κληρονόμος της. Κύρια επιδίωξη, η ανάσταση της αυτοκρατορίας που τώρα βρίσκεται εφήμερα κάτω από την κυριαρχία άπιστου κατακτητή με την ανοχή του οποίου, οι υπόδουλοι αναρριχήθηκαν στις διοικητικές τάξεις και έλαβαν μέρος της εκτελεστικής εξουσίας καθώς και προνόμια . Κατά κάποιο τρόπο το Γένος είναι σε αναλογία με τη θρησκευτική ταυτότητα των Ελλήνων, δεν ερχόταν σε ρήξη με την αυτοκρατορία και ήταν ενταγμένο στο μιλέτ, τη θρησκευτική ομάδα που ήταν θεσμός των Οθωμανών. Αντίθετα το Έθνος, εκφράζει τις νέες ιδέες. Ο όρος είναι αποτέλεσμα των εθνικιστικών τάσεων, βασισμένος στα κηρύγματα των Διαφωτιστών, της Γαλλικής επανάστασης και στη στροφή προς την Αρχαία Ελλάδα με πρότυπα την Αθήνα και τη Σπάρτη. Η επιδίωξη εδώ είναι η δημιουργία εθνικού δημοκρατικού κράτους, το οποίο δεν έχει κέντρο του την Πόλη αλλά την κυρίως Ελλάδα. Παρατηρείται η εμφάνιση του όρου, «ελληνική πατρίδα». Όπως μπορούμε να συμπεράνουμε, το Έθνος δεν έχει να κάνει με τη θρησκεία αλλά με την πολιτική και είναι μεταγενέστερο . Η ύπαρξη των όρων αυτών έρχεται σε αντιστοιχία και με την ονοματοθεσία των Ελλήνων στην οποία κυριαρχούν τρία ονόματα.
Καταρχήν, είναι οι Ρωμιοί που υποστηρίζονται από τους εκπροσώπους της Εκκλησίας και τα μέλη της άρχουσας ελληνικής τάξης, στενά συνδεδεμένα με αυτή, τους Φαναριώτες, καθώς και οι αξιωματούχοι του σουλτάνου οι οποίοι έχουν στα χέρια τους την τοπική αυτοδιοίκηση. Φυσικά, οι πρόμαχοι του τίτλου αυτού επιθυμούν τη, με κάθε τρόπο, διατήρηση του Αυτοκρατορικού μοντέλου.

Ο όρος Ρωμιός την εποχή αυτή είναι γεγονός ότι κατέχει περισσότερο θρησκευτικό χαρακτήρα, παρά πολιτικό ή εθνικό. Ο Καταρτζής δίνοντας τον ορισμό της έννοιας, την εξισώνει με τη θρησκεία, Ρωμιός χριστιανός. Βασίζεται, δηλαδή, στον προσδιορισμό του έθνους μέσα από το χώρο του μιλετίου και όχι της ιθαγένειας . Η καταγωγή του ονόματος των Ρωμιών έρχεται από τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Είναι γνωστό ότι κατά τους πρώτους αιώνες της, οι θεσμοί και η δομή της, ήταν εξισωμένοι με τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία της οποίας φυσική συνέχεια ήταν η Βυζαντινή. Με τον εξελληνισμό της, όμως, άρχισε να μεταβάλλεται και να απομακρύνεται από αυτήν. Όχι, όμως, και το όνομα που εξακολούθησε να δηλώνει την ταυτότητα των κατοίκων της αυτοκρατορίας . Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η Εκκλησία η οποία εκπροσωπούνταν από το Οικουμενικό Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης, ήταν αυστηρά ιεραρχημένη, ενώ παράλληλα, τύγχανε προνομίων, όπως οικονομική διαχείριση, δικαστική εξουσία και σχετική διοικητική αυτονομία. Ο Πατριάρχης ήταν ενταγμένος στους διοικητικούς θεσμούς των Οθωμανών, και όπως γινόταν για όλα τα αξιώματα, ιδίως κατά την εποχή που αναφέρεται, λάμβανε τον πατριαρχικό θώκο με εξαγορά από το κράτος. Το Πατριαρχείο προσπάθησε να προβάλλει τη γλώσσα των εκκλησιαστικών κειμένων και τη διδασκαλία της, έχοντας έδρα του τη συνοικία, Φανάρι, της Πόλης, όπου και εδραιώθηκε και η ελληνική αριστοκρατία, οι Φαναριώτες.
Οι Φαναριώτες αποτέλεσαν καθοριστικό παράγοντα του Γένους για το λόγο ότι, είχαν στα χέρια τους εκτελεστική εξουσία. Η διοικητική μηχανή των Οθωμανών στηριζόταν στο Βυζάντιο εξαιτίας, όμως, της αποφυγής των σουλτάνων να δίνουν σε ομόθρησκά τους άτομα υψηλές διοικητικές θέσεις, τις πρόσφεραν στην αριστοκρατική τάξη των Ελλήνων. Τα αξιώματα του Μεγάλου Δραγουμάνου και του Δραγουμάνου του Στόλου δόθηκαν στους Φαναριώτες. Μπαίνοντας οι υπόδουλοι στην διοίκηση των απίστων, το θεώρησαν σαν απαρχή της αφύπνισής τους. Με την πάροδο του χρόνου, οι Φαναριώτες κέρδιζαν όλο και μεγαλύτερα προνόμια και αξιώματα. Γίνονταν Οσποδάροι, διοικητές των Παραδουνάβιων Ηγεμονιών. Εκεί, όντας όμοροι με την Ευρώπη, έφεραν στις Αυλές τους την επιστήμη, τη διανόηση και την παιδεία των Διαφωτιστών. Με αυτόν τον τρόπο, πέρασαν οι νέες ιδέες στον Ελληνικό χώρο. Τέλος, οι Φαναριώτες είχαν και καλή σύνδεση με τη Ρωσία πάνω στην οποία αυτοί και η Εκκλησία στήριζαν τις ελπίδες τους για απελευθέρωση. Σε πολλές περιοχές της σημερινής κυρίως Ελλάδας, υπήρχε οργανωμένη τοπική αυτοδιοίκηση με κύριο μέλημά της τη συλλογή της φορολογίας. Και αυτοί οι αξιωματούχοι, οι κοτζαμπάσηδες, οι πρόκριτοι και οι δημογέροντες ήταν με το μέρος των Φαναριωτών και της Εκκλησίας. Ελπίδα τους ότι με την παρακμή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, που ήδη διαφαινόταν, θα ανέβαιναν Χριστιανοί, ακόμη και στον Αυτοκρατορικό θρόνο και θα έφερναν την αναβίωση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.
Παράλληλα με το όνομα των Ρωμιών, η ονομασία Γραικοί υποστηρίζεται από παράγοντες του εξωτερικού και τους Έλληνες της διασποράς. Ήδη από παλαιότερα υπήρχαν στην Ευρώπη Ελληνικές παροικίες στις οποίες παρατηρήθηκε μεγάλη εκδοτική δραστηριότητα. Είναι γνωστό ότι μετά την άλωση πολλοί Βυζαντινοί λόγιοι πήγαν στην Ευρώπη και βοήθησαν στη μελέτη των Αρχαίων Ελλήνων, πάνω στην οποία είχαν στηριχθεί το κίνημα της Αναγέννησης και του Διαφωτισμού. Εξαιτίας των πολιτικών ζυμώσεων που λαμβάνουν χώρα στην Ευρώπη την περίοδο αυτή, έρχονται σε άμεση επαφή με τις νέες πολιτικές ιδέες και όπως είναι φυσικό, έρχονται σε ρήξη με το αυτοκρατορικό μοντέλο. Οι παράγοντες αυτοί είναι οι έμποροι, επιχειρηματίες, καθώς και τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα τα οποία ενστερνίζονται τις ριζοσπαστικές ιδέες, επιθυμώντας κοινωνική ανάδειξη και συμμετοχή στη λήψη των αποφάσεων. Η στροφή προς την Ευρώπη έγινε κάτω από συγκεκριμένους παράγοντες. Πρώτα, πρώτα ήταν ομόδοξη, παρά τις δογματικές διαφορές. Επίσης, θαύμαζε το αρχαίο Ελληνικό μεγαλείο, ενώ ο Ευρωπαϊκός Πολιτισμός θεμελιωνόταν στον Ελληνορωμαϊκό. Το γεγονός της παραμονής των Ελλήνων στην Ευρώπη τους βοήθησε ώστε να λάβουν ευρωπαϊκή παιδεία και σκέψη.

Οι Ναπολεόντειοι Πόλεμοι έδωσαν σε πολλούς Έλληνες την ελπίδα ότι θα απελευθερωνόταν η Ελλάδα από τον Ναπολέοντα. Το γεγονός αυτό γινόταν πιο έντονο με την διάδοση της πιθανότητας ότι εκείνος καταγόταν από την Ελλάδα. Ο πολιτικός στόχος του Γάλλου Αυτοκράτορα, όμως, καμία σχέση δεν είχε με τις επιδιώξεις των Ελλήνων. Το σίγουρο είναι ότι από τους πολέμους αυτούς επωφελήθηκαν οι Έλληνες έμποροι οι οποίοι κινδυνεύοντας διακινούσαν στα ευρωπαϊκά λιμάνια τα προϊόντα τους, εκεί που ο αποκλεισμός του Ναπολέοντα δεν επέτρεπε την είσοδο αγγλικών καραβιών.

Οι παράγοντες αυτοί, λοιπόν, ώθησαν τους υπόδουλους να ελπίζουν ανάλογα με τις απόψεις τους σε δύο κυρίως δυνάμεις, τη Ρωσία και τη Γαλλία. Καταρχήν, στηρίζονταν στη Ρωσία, η οποία βασιζόμενη στην ελπίδα των Ελλήνων ότι ήταν φυσικός προστάτης τους, ως ομόδοξη, προσπαθούσε να εξυπηρετήσει τα συμφέροντά της στη νοτιοανατολική Ευρώπη. Κύρια επιδίωξη της Ρωσίας ήταν η έξοδός της στον Εύξεινο Πόντο και τη Μεσόγειο και αυτό αποτέλεσε αιτία πολλών ρωσοτουρκικών πολέμων. Θα μπορούσε να ειπωθεί ότι η ουσιαστικότερη συμβολή της Ρωσίας ήταν η Συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή το 1774. Με αυτήν τη συνθήκη τα ελληνικά πλοία μπορούσαν με ρωσική σημαία να διασχίζουν το Αιγαίο και τον Εύξεινο Πόντο. Ουσιαστικά, όμως, ήταν συνθήκη που ρύθμιζε τις ρωσοτουρκικές διαφορές. Όσο για τα ελληνικά πλοία, αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη κίνηση των Ρώσων υπέρ των Ελλήνων, αλλά απλά μία θετική συγκυρία. Εξάλλου, κατατοπιστικός σχετικά με τους Ρώσους και του θρύλου περί «Ξανθού Γένους», είναι ο Αδαμάντιος Κοραής. Ο Κοραής θεωρεί ότι οι Έλληνες πρέπει να βασιστούν στην Γαλλία, στηριζόμενος στο Διαφωτισμό που έχει προηγηθεί αλλά και στη ρωσική κυριαρχία στα Επτάνησα, η οποία δεν βοήθησε σε τίποτα τους Επτανήσιους, και με ενδιαφέροντα επιχειρήματα εξισώνει τους Γάλλους με τους Αρχαίους Έλληνες. Ο Κοραής γενικά προτείνει την υιοθέτηση του ονόματος Γραικός, για τον λόγο ότι οι Ευρωπαίοι αποκαλούσαν τους Έλληνες με αυτόν τον τρόπο. Ο ίδιος είχε ζήσει στη Γαλλία και θεωρούσε ότι η στροφή σ’ αυτήν είναι απαραίτητη γιατί, η αφύπνιση του Γένους έπρεπε να στηριχθεί στην παιδεία, άρα στο σχολείο της Ευρώπης τη Γαλλία. Είναι αντίθετος με το αυτοκρατορικό μοντέλο και την ονομασία Ρωμιός, ενώ παράλληλα προτείνει το όνομα Έλληνας.

Τέλος, η ονομασία Έλληνες, υποστηρίζεται κυρίως από αυτούς που θεωρούν απαραίτητη τη σύνδεση με την αρχαιότητα. Έρχονται και αυτοί σε σύγκρουση με το αυτοκρατορικό μοντέλο και καταφεύγουν στην ευρωπαϊκή βοήθεια με κυριότερο αίτημα την ένταξή τους στο δυτικό κόσμο. Αποστρέφονται το Βυζάντιο το οποίο εξάλλου είχε καταδιώξει το αρχαιοελληνικό πνεύμα. Η ονομασία αυτή συνδέεται με την γέννηση της εθνικής συνείδησης που ήταν αποτέλεσμα της έλευσης των Διαφωτιστικών ιδεών και της εθνικιστικής έξαρσης στην Ευρώπη. Κορμός αυτής της κίνησης ήταν η αναζήτηση της κοινής καταγωγής με τους Αρχαίους Έλληνες και της αναγωγής της αρχαιότητας σε καίριο κρίκο για την εθνική αφύπνιση και ολοκλήρωση. Είναι γεγονός ότι η σύνδεση με την αρχαιότητα έγινε σε πρώτο βαθμό με την εμφάνιση αρχαιοελληνικών ονομάτων στα παιδιά των Ελλήνων και στα πλοία τους. Επίσης, η συμβολή του Νεοελληνικού Διαφωτισμού σ’ αυτήν την κατεύθυνση στάθηκε μεγάλη. Το κίνημα βοήθησε στη διάδοση των αρχαίων ιδεών με τη μελέτη τους και στην προσπάθεια μορφοποίησης μιας ελληνικής γλώσσας καθαρής από τις ξένες επιρροές και κοντινής στην Αρχαία Ελληνική. Αν και οι απόψεις ποικίλουν μεταξύ των διαφωτιστών, αρχαϊστών και δημοτικιστών, χαρακτηριστική είναι η άποψη του πλέον μετριοπαθούς Διαφωτιστή, του Αδαμάντιου Κοραή, που πρότεινε τη μέση οδό και στη γλώσσα. Το σημαντικό στοιχείο είναι η τάση της απομάκρυνσης από τους συντηρητικούς κύκλους και η συνειδητοποίηση ότι για την απελευθέρωση είναι απαραίτητη η σύνδεση με τους προγόνους.
Χαρακτηριστική είναι η άποψη των Δημητριέων οι οποίοι προτείνουν την ονομασία Έλληνες εξηγώντας παράλληλα και την προέλευση των άλλων δύο ονομασιών, Ρωμιών και Γραικών. Οι Δημητρειείς μιλούν υποτιμητικά για το όνομα Ρωμιός, επειδή αυτό προέρχεται από τους Ρωμαίους που ήταν τύραννοι της Ελλάδας . Τέλος είναι και η άποψη του Ρήγα ο οποίος, αν και αναθρεμμένος σε Φαναριώτικο περιβάλλον, μίλησε για Έλληνες και μία πολυεθνική Ελληνική Δημοκρατία στα όρια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Είναι προφανές ότι μεταξύ των δύο τελευταίων ονομασιών ενυπάρχει μία συγγένεια, ως προς τις επιδιώξεις τους. Οι υποστηρικτές των όρων αυτών είναι οι ριζοσπάστες, αυτοί που δεν αποδέχονται την Αυτοκρατορία και την «Ελέω Θεού» εξουσία. Είναι εκείνοι που ενστερνίστηκαν και αφομοίωσαν τα διδάγματα των καιρών και έστρεψαν τις ελπίδες τους στην Ευρώπη και τη Δύση. Εκείνοι που πρώτοι απαίτησαν πλήρη ανεξαρτητοποίηση από την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Αντιμετώπισαν το Έθνος όχι σαν ποίμνιο, αλλά σαν έθνος που θέλει, και δικαιούται, να αποφασίζει για την τύχη του. Συμπερασματικά, μέσα στις ιδεολογικές και πολιτικές ανακατατάξεις της περιόδου τίθενται θεμελιώδη ζητήματα για τον ελληνισμό. Η περίοδος αυτή είναι από τις πλέον σημαντικές για το λόγο ότι αποτελεί την απαρχή της εθνικής παλιγγενεσίας και της επιδίωξης για την απομάκρυνση των Ελλήνων από το πλαίσιο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Το σημαντικότερο ίσως στοιχείο είναι η διαμόρφωση της νεοελληνικής συνείδησης και της εθνικής ταυτότητας. Σ’ αυτήν την περίοδο τίθενται οι βάσεις για τη διαμόρφωση της νεοελληνικής γλώσσας και την απαλλαγή της από τις ξένες προσμείξεις, και της παιδείας αμφότερα στοιχεία ταυτότητας και διαμόρφωσης του Νεοέλληνα. Όλοι αυτοί οι παράγοντες θα οδηγήσουν την ελληνική κοινωνία στην ανάσταση και θα θέσουν τις βάσεις του Νεοελληνικού Κράτους.

Advertisements

Τα ονόματα των χωρών του Νέου Κόσμου

Δεκέμβριος 22, 2016
 

Η προέλευση των ονομάτων των χωρών της Αμερικής.

Αμερική
Μπορεί ο Κολόμβος να είναι αυτός που ανακάλυψε την Αμερική, αλλά το όνομά της το πήρε από έναν άλλο Ιταλό εξερευνητή τον Αμερίγκο Βεσπούτσι (Amerigo ή Americus Vespucci, 1454-1512) που ήταν ο πρώτος που κατάλαβε ότι πρόκειται για νέα ήπειρο και την εξερεύνησε δεόντως.

Καναδάς
Προέρχεται από την ινδιάνικη λέξη Kanata που σημαίνει χωριό. Όταν ο Γάλλος εξερευνητής Ζακ Καρτιέ, που έφθασε στο Κεμπέκ το 1535, άκουσε τους Ινδιάνους της φυλής Ιροκουά να χρησιμοποιούν τη λέξη, νόμισε ότι αφορούσε ολόκληρη την περιοχή, οπότε τη χρησιμοποίησε παρεφθαρμένη ως Canada στους χάρτες του. Κατέληξε να προσδιορίζει όλο και μεγαλύτερη έκταση έως ότου συμπεριέλαβε ολόκληρη τη σημερινή χώρα.

Βενεζουέλα
Σημαίνει «Μικρή Βενετία». Όταν το 1499 ο Βεσπούτσι έφτασε εκεί, είδε τις καλύβες των ιθαγενών που ήταν χτισμένες σε πασσάλους, πάνω από τη λίμνης Μαρακαΐμπο που θύμιζαν (;!) Βενετία και έτσι ονόμασε την περιοχή Piccola Venezia ή Veneziola (μικρή Βενετία στα Ιταλικά). Δεδομένου ότι επρόκειτο για ισπανική αποικία, τελικά επικράτησε η ισπανική εκδοχή αυτής της ονομασίας: Venezuela.

Αργεντινή
Πήρε το όνομά της από το λατινικό argentum που σημαίνει «άργυρος» (ασήμι) εξαιτίας ενός θρύλου που είχαν ακούσει οι πρώτοι Ευρωπαίοι, τον 16ο αιώνα, ότι στο εσωτερικό της χώρας υπήρχαν βουνά από ασήμι. Τα βουνά αυτά δεν βρέθηκαν ποτέ, αλλά το όνομα έμεινε.

Μεξικό
Πήρε το όνομά της από τους γηγενείς Ατζέκους που στη δική τους γλώσσα ονομάζονταν Μεσίκα ή Μεχίκα. Γι’ αυτό και η ισπανική προφορά για το Mexico είναι Μέχικο.

Βραζιλία
Πήρε το όνομά της από ένα είδος δέντρου από το οποίο παράγεται μια βαθυκόκκινη βαφή που ήταν το πιο εμπορεύσιμο είδος της νέας αποικίας καθώς χρησιμοποιούνταν στην υφαντουργία. Το δέντρο (και η βαφή) ονομάστηκε από του Πορτογάλους brasil που σημαίνει, στο περίπου, βαθύ κόκκινο σαν κάρβουνο στη χόβολη.

Κολομβία
Αυτό είναι προφανές: Πήρε το όνομά της από τον Χριστόφορο Κολόμβο. Τον 18ο αιώνα, «Κολομβία» ονομάστηκε από τον επαναστάτη Francisco de Miranda (1750-1816) όλο το βόρειο τμήμα της Νοτίου Αμερικής (και μέρος της Κεντρικής) που περιελάμβανε τις σημερινές χώρες Παναμά, Ισημερινό, Βενεζουέλα, Βόρεια Βραζιλία, Βόρειο Περού και Κολομβία. Το 1819 δημιουργήθηκε ανεξάρτητο κράτος με την ονομασία «Δημοκρατία της Κολομβίας» ή «Μεγάλη Κολομβία» που περιελάμβανε όλες αυτές τις χώρες και περιοχές. Το κράτος αυτό διαλύθηκε το 1831 και έσπασε σε μικρότερα κράτη. Η σημερινή Κολομβία ονομάστηκε τότε «Νέα Γρανάδα». Το 1863 μετονομάστηκε σε «Ηνωμένες Πολιτείες Κολομβίας» και το 1886 έλαβε το σημερινό της όνομα, Κολομβία.

Παραγουάη
Το όνομα προέρχεται από τον ομώνυμο ποταμό, αλλά η προέλευση του ονόματος του ποταμού δεν είναι σίγουρη. Ίσως οφείλεται στους γηγενείς Ινδιάνους Γουαράνι σε συνδυασμό με τη λέξη πάρα που στη γλώσσα τους σημαίνει νερό.

Ουρουγουάη
Παρόμοια περίπτωση με την προηγούμενη. Και εδώ υπάρχει ποταμός που δάνεισε το όνομά του στη χώρα, με αβέβαιη, επίσης, ετυμολογία. Ίσως σημαίνει ποτάμι των ουρουγουά όπου «ουρουγουά» στη γλώσσα των Γουαράνι ήταν ένα είδος σαλιγκαριού που αφθονεί στο ποτάμι.

Βολιβία
Πήρε το όνομά της από τον επαναστάτη Σιμόν Μπολιβάρ (1783-1830). Σημειωτέον ότι ο Μπολιβάρ είχε γεννηθεί στη Βενεζουέλα με μακρινή καταγωγή από το χωριό Bolivar της χώρας των Βάσκων στην Ισπανία. Το 1825, η γερουσία της χώρας κήρυξε την ανεξαρτησία της και διάλεξε αυτό το όνομα προς τιμή του επαναστάτη που είχε αρχίσει τον αγώνα για την ανεξαρτησία όλων των χωρών του Βορείου τμήματος της Νοτίου Αμερικής.

Παναμάς
Προέρχεται από την ινδιάνικη λέξη panama για τη σημασία της οποίας υπάρχουν διάφορες εκδοχές: είτε προέρχεται από το ομώνυμο είδος δέντρου που κυριαρχεί εκεί (αλλά μάλλον το δέντρο πήρε το όνομά του από τη χώρα και όχι το αντίστροφο) είτε σημαίνει πολλές πεταλούδες είτε από ένα ψαροχώρι ιθαγενών με αυτό το όνομα από έτρεφε με ψάρια όλη την αποικία. Η επίσημη κρατική ιστορία βόλεψε τις τρεις εκδοχές σε μία και σήμερα τα σχολεία της χώρας διδάσκουν ότι Παναμάς σημαίνει μέρος με πολλά ψάρια, πολλές πεταλούδες και πολλά δέντρα.

Περού
Περού ή Μπερού ήταν το όνομα ενός τοπικού ηγεμόνα σε μια περιοχή στον νοτιοδυτικό Παναμά. Στις αρχές του 16ου αιώνα, αυτό το σημείο ήταν η εσχατιά της ισπανικής επικράτειας. Όταν αργότερα ο Φρανσίσκο Πισάρο άρχισε τις καταστροφικές επιδρομές του πιο νότια, στη Χώρα των Ίνκας, σε άγνωστες και αχαρτογράφητες τότε περιοχές, οι αναφορές του, ελλείψει άλλου ονόματος, μιλούσαν για τη χώρα «νότια του Περού». Όταν τελικά οι Ισπανοί κυριάρχησαν και εκεί, η νέα περιοχή ονομάστηκε Περού.

Γουαδελούπη
Ο Κολόμβος το 1493 ονόμασε το νησί Santa María de Guadalupe προς τιμήν της μονής της Θεοτόκου στη Γουαδελούπη της Ισπανίας που ήταν από τα πιο σημαντικά ιερά προσκυνήματα στην Ισπανία. Με τον καιρό η ονομασία απλοποιήθηκε σε σκέτο Guadalupe.

Ονδούρα
Honduras στα ισπανικά σημαίνει βαθιά νερά και αρχικά αυτό ήταν το όνομα ενός κόλπου στα δυτικά  που κατέληξε να είναι το όνομα ολόκληρης της χώρας.

Χιλή
Οι Ισπανοί δανείστηκαν το όνομα από τους Ίνκας. Υπάρχουν διάφορες θεωρίες για τη σημασία του. Οι επικρατέστερες είναι ότι είτε πρόκειται για το όνομα ενός τοπικού ηγεμόνα των Ίνκας είτε είναι κάποια λέξη που σήμαινε «άκρη του κόσμου» ή κάτι παραπλήσιο.

Ελ Σαλβαδόρ
Ο Ισπανός κονκισταδόρ Pedro de Alvarado y Contreras ονόμασε το μέρος Provincia De Nuestro Señor Jesus Cristo, El Salvador Del Mundo που μπορεί να αποδοθεί στα Ελληνικά ως «Επαρχία του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού Σωτήρος» και επειδή ένα τέτοιο μακρινάρι δεν ήταν πολύ πρακτικό ως όνομα, έμεινε τελικά το El Savador.

Κόστα Ρίκα
Costa Rica στα Ισπανικά σημαίνει πλούσια ακτή. Οι πρώτοι Ισπανοί κατακτητές (ίσως ο ίδιος ο Κολόμβος) την ονόμασαν έτσι επειδή όταν όταν αποβιβάστηκαν εκεί για πρώτη φορά συνάντησαν ιθαγενείς με πολλά χρυσά κοσμήματα (και τους τα πήραν). Η ειρωνεία είναι ότι υπήρξε η πιο φτωχή αποικία στη Λατινική Αμερική.

Ισημερινός
Ονομάζεται έτσι επειδή ο Ισημερινός, Equador ή Εκουαδόρ στα Ισπανικά, διέρχεται από τη χώρα.

Γουατεμάλα
Το όνομα προέρχεται από μια λέξη των Ατζέκων που σημαίνει «πολλά δέντρα».

Νικαράγουα
Όταν οι πρώτοι Ισπανοί άποικοι έφτασαν στην περιοχή το 1521 έδωσαν το όνομα Nicarao στη μεγαλύτερη πόλη των ιθαγενών. Το αρχικό όνομα δεν ήταν ακριβώς αυτό αλλά κάτι πολύ πιο δυσκολοπρόφερτο το οποίο οι Ισπανοί απλοποίησαν. Από το όνομα της πόλης ονομάστηκε έτσι μια μεγάλη περιοχή και αργότερα ολόκληρη η χώρα.

Αϊτή
Προέρχεται από μια λέξη των ιθαγενών Ταΐνο που σημαίνει «χώρα με τα ψηλά βουνά». Έτσι ονομαζόταν το νησί Ισπανιόλα (το 1/3 από το οποίο καταλαμβάνει η Αϊτή) πριν έρθουν οι Ισπανοί. Όταν οι Γάλλοι απέκτησαν το δυτικό τμήμα της Ισπανιόλα (δηλ. τη σημερινή Αϊτή) του έδωσαν το όνομα Saint-Domingue επειδή ο Άγιος Δομήνικος ήταν ο προστάτης άγιος ολόκληρου του νησιού.. Όταν η χώρα κέρδισε την ανεξαρτησία της το 1804 επέλεξε το προκολομβιανό όνομα.

Δομινικανή Δημοκρατία
Το νησί Ισπανιόλα επί αποικιοκρατίας χωριζόταν σε δύο τμήματα. Το δυτικό τμήμα ανήκε στους Γάλλους και ονομαζόταν Saint-Domingue και το ανατολικό στους Ισπανούς ως Santo Domingo. Μετά την ανεξαρτησία (1844) το δυτικό τμήμα κράτησε την Ισπανική ονομασία, Άγιος Δομένικος.

Κούβα
Προέρχεται από λέξη των ιθαγενών Ταΐνο που μάλλον σήμαινε «εύφορη γη» ή κάτι τέτοιο. Παρεμπιπτόντως, το «Αβάνα» προέρχεται επίσης από τους Ταΐνο.

Γουιάνα
Το όνομα προέρχεται από ινδιάνικη λέξη που σήμαινε τόπος με πολλά νερά». Μέχρι το 1966 που ανεξαρτητοποιήθηκε από τη Βρετανία, λεγόταν «Βρετανική Γουιάνα».

Γαλλική Γουιάνα
Το Γουιάνα εξηγήθηκε πιο πάνω. Το «Γαλλική» προστίθεται αφενός επειδή ανήκει ακόμα στην Γαλλία και αφετέρου επειδή υπήρχαν παλιότερα πέντε διαφορετικές Γουιάνες: η Βρετανική, η Ολλανδική, η Γαλλική, η Πορτογαλική (τώρα, περιοχή της Βραζιλίας) και η Ισπανική (τώρα, μέρος της Βενεζουέλας).

Σουρινάμ
Προέρχεται από τη φυλή ιθαγενών Σουρινέν (παρακλάδι των Ταΐνο) που οι Ευρωπαίοι άποικοι πρόφεραν Σουρινάμ, ονομασία που αρχικά δόθηκε στον ομώνυμο ποταμό. Η χώρα από τον 17ο αιώνα ήταν Ολλανδική κτήση και λεγόταν «Ολλανδική Γουιάνα». Όταν το 1975 απέκτησε την ανεξαρτησία της, επέλεξε το όνομα του ποταμού και της παλιάς ινδιάνικης φυλής.

Ο Κόντογλου για το Βυζάντιο

Μαΐου 30, 2016

Τί ἤτανε, ἀληθινά, ἐκεῖνο τὸ Βυζάντιο, ἐκείνη ἡ Κωνσταντινούπολη; Παραμυθένιος κόσμος!…

Ὄχι μοναχὰ ἡ ἀρχαία πολιτεία, μὰ κι ἡ καινούρια, ὡς τοῦ σουλτὰν-Χαμὶτ τὰ χρόνια. Εἶχα γνωρίσει ἕναν χριστιανὸ Ἀνατολίτη κοσμογυρισμένον, ποὺ ἔζησε πολλὰ χρόνια στὴν Εὐρώπη καὶ στὴν Ἀμερική, στὴ Λόντρα, στὸ Παρίσι, στὴ Ρώμη, στὴ Νέα Ὑόρκη. «Ὅλες αὐτὲς οἱ μεγάλες πολιτεῖες, μοῦ ἔλεγε, εἶναι σπουδαῖες, μὰ σὰν τὴν Κωνσταντινόπολη δὲν ὑπάρχει ἄλλη στὴν οἰκουμένη, κι οὔτε βρίσκεται στὸν ντουνιὰ τέτοια ἐπίσημη ἀρχοντικιὰ καὶ βασιλικὴ πολιτεία».
byz_kontoglou
Στὰ χρόνια τῶν Βυζαντινῶν «ἡ βασιλεύουσα Πόλις» θὰ εἶχε μιὰ ἐξωτικὴ κι ἀλλόκοτη μεγαλοπρέπεια. Χίλιοι κουμπέδες (τροῦλλοι) κατάχρυσοι λαμποκοπούσανε μέσα στὴ βλογημένη αὐτὴ ἀφεντοπολιτεία. Στὴ μέση στεκότανε, σὰν ἥλιος, ἡ Ἁγιὰ Σοφιά, καὶ γύρω της ἤτανε σκορπισμένες οἱ ἄλλες ἐκκλησίες μὲ τοὺς χρυσοὺς κουμπέδες, σφαῖρες οὐράνιες, ποὺ λὲς καὶ γυρίζανε γύρω στὸν ἥλιο. Δὲν φαινόντανε πὼς ἤτανε κτίρια κανωμένα ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο, ἀλλὰ σὰν νὰ κατεβήκανε ἀπὸ τὸν οὐρανὸ καὶ σταθήκανε ἀπάνω στὴ γῆ. Κι ἀπὸ μέσα ἤτανε καταστολισμένες μὲ ψηφιά, μὲ χρωματιστὰ μάρμαρα, μὲ σμάλτα, μὲ ζωγραφιές, ποὺ θαρροῦσε κανένας πὼς μπαίνει σὲ οὐράνια παλάτια. Εἴχανε δίκιο οἱ παλιοὶ Κινέζοι ποὺ λέγανε πὼς αὐτὰ τὰ κτίρια ἤτανε «κάποια παλάτια μεγάλα καὶ λαμπερά, ποὺ ἀπὸ μέσα μοιάζανε σὰν τὰ χρυσὰ φτερὰ τοῦ φασιανοῦ τὴν ὥρα ποὺ πετᾶ».

Ἀνάμεσα στὶς ἀκαταμέτρητες ἐκκλησιές, στὰ παλάτια καὶ στὰ μοναστήρια, ποὺ σκεπάζανε ἀνεξερεύνητα μυστήρια, ἤτανε χτισμένα τὰ σπίτια καὶ τὰ ἀμέτρητα παζάρια ποὺ μερμήγκιαζε ὁ κόσμος, κόσμος καλοπερασμένος, τὰ χάνια, τὰ μαγαζιά, φωλιὲς γεμάτες ζωὴ καὶ κίνηση. Ἐδῶ κι ἐκεῖ πρασινίζανε κάποια περιβόλια μὲ ψηλὰ δέντρα μέσα στὴν πολιτεία, μὰ ἕνα γύρω τὴ ζώνανε, σὰν ὁλόδροσο στεφάνι, ἀνθισμένοι κῆποι, δάση μὲ πλατάνια, μὲ δρῦς, μὲ κυπαρίσσια, μὲ καβάκια (λεῦκες), ποὺ ρίχνανε τὸν πυκνὸ ν ἴσκιο τους ἀπάνω σὲ ξωτικὰ κιόσκια, σὲ βρύσες μὲ κρυσταλλένια νερά, ἐνῶ ἀπὸ παντοῦ χλιμιντρούσανε χαρούμενα τὰ λυγερὰ ἄτια (ἄλογα) τῆς Ἀνατολῆς, κι ἀκουγόντανε κάτι τραγούδια ποὺ μοιάζανε μὲ ψαλμῳδίες. Ἀνάμεσα στὰ δέντρα βοσκούσανε ζαρκάδια.

Μὰ σὰν γύριζε κανένας τὴ ματιά του κατὰ τὴ θάλασσα, εὐφραινότανε ἀκόμα πιὸ πολὺ ἀπὸ τὸ θαυμαστὸ πανόραμα. Ὁ Βόσπορος, αὐτὸς ὁ ἐξαίσιος θαλασσινὸς ποταμός, δρόσιζε μὲ τὰ νερά του τὰ πόδια τῆς πολιτείας, ρεματίζοντας ἀνάμεσα σ᾿ αὐτὴ καὶ στὴν καταπράσινη Ἀνατολή, μὲ τὴ Χρυσούπολη καὶ μὲ τὰ παλάτια ποὺ παραθερίζανε οἱ Κωνσταντινουπολίτες. Ὅπου νὰ στεκότανε ἄνθρωπος ἔβλεπε μπροστά του ἕνα μαγικὸ θέαμα, τὶς ἥμερες ἀκρογιαλιὲς τοῦ μπογαζιοῦ ἀνάμεσα στὰ δέντρα ποὺ βουΐζανε ἀπὸ τὸ γλυκὸ φύσημα τ᾿ ἀγεριοῦ. Ἀκαταμέτρητο πλῆθος ἀπὸ καράβια λογιῶν λογιῶν, ἀπὸ βάρκες, ἀπὸ μαοῦνες, ἀπὸ καΐκια, ἀπὸ μπιαντάδες, ἀρμενιζανε παντοῦ, ἀλλὰ μὲ πανιὰ κι ἀλλὰ μὲ κουπιά. Τὰ λιμάνια ἤτανε γεμάτα ἀπὸ καράβια ἀραγμένα στοὺς μόλους ἢ φουνταρισμένα ἀνοιχτά. Κάστρα θεόρατα, τρίδιπλα κι ἀκατάλυτα, ζώνανε τὴν ἀξετίμητη πολιτεία, ἀπὸ στεριὰ κι ἀπὸ θάλασσα, μὲ χίλιες καστρόπορτες, μ᾿ ἀμέτρητες τάμπιες καὶ πύργους, ὅλα ἀρματωμένα καλὰ μὲ στρατό, μὲ βάρδιες ποὺ ξαγρυπνούσανε.

Τὸ Σαββατόβραδο, κατὰ τὸ δειλινό, ἡ ἀτμόσφαιρα γέμιζε ἀπὸ τὴ γλυκειὰ βουὴ ποὺ κάνανε χιλιάδες καμπάνες καὶ ποὺ ἀνέβαινε σὰν ψαλμωδία ἀπάνω ἀπὸ τὴν ἁγιασμένη πολιτεία, ἀπὸ τὴ Νέα Σιών, «ἦχος καθαρὸς ἑορταζόντων». Πανηγυρικὴ μεγαλοπρέπεια! Μοναχὰ τὸ Βυζάντιο κατέβασε στὴ γῆ τὴν οὐράνια ἁρμονία.

Γιὰ τοὺς Βυζαντινούς, ἡ πατρίδα τοὺς ἤτανε ἡ Κιβωτὸς τῆς ἀληθινῆς θρησκείας, καὶ εἴχανε πόθο νὰ τραβήξουνε μέσα σ᾿ αὐτὴ ὅλα τὰ ἔθνη τῆς γῆς, καὶ νὰ τὰ σώσουνε φωτισμένα ἀπὸ τὸ ἀνέσπερο φῶς τοῦ Εὐαγγελίου. Γι᾿ αὐτό, ἕνας αὐτοκράτορας μιλώντας στοὺς στρατηγούς του ποὺ πηγαίνανε νὰ πολεμήσουνε καταπάνω σὲ βάρβαρους λαούς, τοὺς παράγγελνε νὰ φέρνονται μὲ εὐσπλαγχνία στοὺς νικημένους καὶ νὰ μὴν τοὺς βιάζουνε νὰ πληρώνουνε φόρους. «Ἐμεῖς, ἔλεγε, δὲν θέλουμε νὰ σκλαβώσουμε τοὺς ἄλλους, ἀλλὰ ἡ δόξα μας κι ἡ τιμή μας εἶναι νὰ γίνουνε εὐτυχισμένοι κι ἐλεύθεροι μαζί μας». Ὅσοι ἀλλόθρησκοι πηγαίνανε στὴν Πόλη ἀπὸ ξένες χῶρες ἀπορούσανε πὼς γινότανε οἱ χριστιανοί, ποὺ εἴχανε τέτοια πλούσια καὶ μεγαλόπρεπη πολιτεία, νὰ λατρεύουνε γιὰ θεό τους ἕναν ταπεινόν, τυραννισμένον, καρφωμένον ἀπάνω σ᾿ ἕνα ξύλο, ἐνῷ περιμένανε νὰ δοῦνε νὰ προσκυνᾶνε κάποιο εἴδωλο χρυσοντυμένο, μὲ περήφανη ὄψη, μὲ κορμὶ γίγαντα.

Στὸ Βυζάντιο ἡ θρησκεία βασίλευε ἀπάνω σὲ ὅλα. Μὲ ὅλη τὴ ζωηρὴ δραστηριότητα ποὺ εἴχανε οἱ Βυζαντινοὶ στὰ ἐγκόσμια, ἡ σκέψη τους κι ἡ καρδιά τους ἤτανε πάντα γυρισμένη στὴν ἄλλη ζωή, στὴν αἰώνια ζωή. Στὸ νοῦ τους εἴχανε μέρα νύχτα τὰ λόγια του Παύλου: «Οὐ γὰρ .εχομεν ὦδε μένουσαν πόλιν, ἀλλὰ τὴν μέλλουσαν ἐπιζητοῦμεν». Τούτη ἡ ἀφοσίωση στὴ μέλλουσα ζωή, στὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν, ἔκανε ὥστε καὶ τὸ σύστημα τῆς ἐπίγειας ζωῆς τους νὰ πάρει κάποιον χαρακτῆρα αἰωνιότητας, σὰν μιὰ ἀτελὴς προεικόνιση «ἐκείνου τοῦ καινοῦ αἰῶνος, τοῦ θαυμαστοῦ». Ὄχι μοναχὰ τὰ θρησκευτικὰ αἰσθήματά τους, μὰ καὶ τὰ κοσμικά, εἴχανε χαρακτῆρα λειτουργικόν. Γιὰ ὅποιον εἶναι σὲ θέση νὰ νοιώσει καλὰ τί εἶναι αὐτὸ τὸ «λειτουργικό», ποτὲς ἄλλη φορὰ ἡ ὁμαδικὴ ζωὴ τῶν ἀνθρώπων δὲν ἔφταξε σ᾿ ἕνα τέτοιο πνευματικὸ ὕψος. Ὅσοι θελήσανε καὶ θέλουνε νὰ κρίνουνε τὸ Βυζάντιο μὲ τὸν συνηθισμένον χονδροειδῆ ἀντιπνευματικὸν τρόπο καὶ μὲ τὶς γνωστὲς ἀνόητες εὐφυολογίες, καὶ νὰ τὸ γελοιοποιηθοῦνε σὲ βαθμὸ ποὺ νὰ ὀνομάζουνε «βυζαντινισμὸ» κάθε ἀφηρημένη συζήτηση καὶ οὐτοπία, αὐτοὶ φανερώνουνε μ᾿ αὐτὸ πόσο ἀνίδεοι εἶναι ἀπὸ ἀληθινὴ πνευματικότητα, μὲ ὅλους τοὺς ψεύτικους τίτλους τῆς σοφίας καὶ τῆς ἐπιστήμης ποὺ εἶναι στολισμένοι.

Τὸ Βυζάντιο εἶναι πολὺ λεπτὸ πρᾶγμα γιὰ νὰ μπορέσουνε νὰ τὸ πιάσουνε τὰ χοντροκανωμένα ἐργαλεῖα τους. Τὸ Βυζάντιο εἶναι ἡ ἀληθινὴ χριστιανικὴ θρησκεία, ἀνάμεσα στὰ ψεύτικα καὶ ἐλεεινὰ παραμορφωμένα ὁμοιώματά της, ποὺ τὰ φτιάξανε λαοὶ βάρβαροι καὶ ὑλιστές, ἀνίκανοι νὰ τὴν καταλάβουνε καὶ νὰ τὴν αἰσθανθοῦνε. Γιὰ τοῦτο, τὸ Βυζάντιο κρίνεται ἀπὸ τοὺς λεγόμενους σοφοὺς τοῦ κόσμου ὅπως κρίνεται τὸ Εὐαγγέλιο, δηλ. σὰν μωρία, μπροστὰ στὴ δική τους γνώση, κι ἡ γνώμη τους ἴσια-ἴσια, πὼς τὸ Βυζάντιο εἶναι «μωρία», πιστοποιεῖ πὼς ἀληθινὰ στάθηκε ἡ Νέα Σιών, ἡ ἔμψυχος κιβωτός, ποὺ μέσα σ᾿ αὐτὴ φυλάχθηκε ἡ ἐπαγγελία τοῦ Θεοῦ πρὸς τοὺς ἀνθρώπους πὼς θὰ γίνουνε τέκνα του, καὶ «ἡ μακαρία ἐλπὶς τῆς αἰωνίου ζωῆς». Ὅσο νοιώσανε οἱ ὑλικοὶ ἄνθρωποι τί λέγει ὁ Παῦλος γιὰ τὸ Εὐαγγέλιο καὶ γιὰ τὴ σοφία τοῦ Θεοῦ, ἄλλο τόσο νοιώσανε κι οἱ ἱστορικοὶ κι οἱ ἐπιστήμονες τῆς κοσμικῆς γνώσης, «οἱ συζητηταὶ τοῦ αἰῶνος τούτου» ὅπως λέγει ὁ Παῦλος, τί εἶναι τὸ Βυζάντιο.

Νά, τί λέγει ὁ Παῦλος γιὰ τὴν ψεύτικη σοφία τους καὶ γιὰ τὴν ἀληθινή του Θεοῦ: «Οὐχὶ ἐμώρανεν ὁ Θεὸς τὴν σοφίαν τοῦ κόσμου τούτου; Ἐπειδὴ γὰρ ἐν τῇ σοφίᾳ τοῦ Θεοῦ οὐκ ἔγνω ὁ κόσμος διὰ τῆς σοφίας τὸν Θεόν, εὐδόκησεν ὁ Θεὸς διὰ τῆς μωρίας τοῦ κηρύγματος σῶσαι τοὺς πιστεύοντας. Ἐπειδὴ καὶ Ἰουδαῖοι σημεῖον αἰτοῦσι, καὶ Ἕλληνες σοφίαν ζητοῦσιν, ἡμεῖς δὲ κηρύσσομεν Χριστὸν ἐσταυρωμένον, Ἰουδαίοις μὲν σκάνδαλον, Ἕλλησι δὲ μωρίαν, αὐτοῖς δὲ τοῖς κλητοῖς, Ἰουδαίοις τε καὶ Ἕλλησι, Χριστὸν Θεοῦ δύναμιν καὶ Θεοῦ σοφίαν». «Τὰ μωρὰ τοῦ κόσμου ἐξελέξατο ὁ Θεὸς ἵνα τοὺς σοφοὺς καταισχύνῃ, καὶ τὰ ἀσθενῆ τοῦ κόσμου ἐξελέξατο ὁ Θεὸς ἵνα καταισχύνῃ τὰ ἰσχυρά, καὶ τὰ ἀγενῆ τοῦ κόσμου καὶ τὰ ἐξουθενωμένα ἐξελέξατο ὁ Θεὸς καὶ τὰ μὴ ὄντα (τὶς οὐτοπίες καὶ τὶς θρησκοληψίες), ἵνα τὰ ὄντα (τὶς θετικὲς ἐπιστῆμες, τὸν ὀρθολογισμό, καὶ τὴν ἐμπειρικὴ γνώση) καταργήσῃ». «Σοφίαν δὲ λαλοῦμεν ἐν τοῖς τελείοις, σοφίαν δὲ οὐ τοῦ αἰῶνος τούτου, οὐδὲ τὸν ἀρχόντων τοῦ αἰῶνος τούτου, τῶν καταργουμένων. Ἀλλὰ λαλοῦμεν σοφίαν τοῦ θεοῦ ἐν μυστηρίῳ, τὴν ἀποκεκρυμμένην, ἣν προώρισεν ὁ Θεὸς πρὸ τῶν αἰώνων εἰς δόξαν ἡμῶν, ἣν οὐδεὶς τῶν ἀρχόντων τοῦ αἰῶνος τούτου ἔγνωκεν». (Νομίζει κανεὶς πὼς αὐτὰ τὰ λόγια τὰ λέγει τὸ Βυζάντιο). «Μηδεὶς ἑαυτὸν ἐξαπατάτω. Εἴ τις δοκεῖ σοφὸς εἶναι, μωρὸς γενέσθω, ἵνα γένηται σοφός. Ἡ γὰρ σοφία τοῦ κόσμου τούτου, μωρία παρὰ τῷ Θεῷ ἐστιν». «Ἡμεῖς μωροὶ διὰ Χριστόν, ὑμεῖς δὲ φρόνιμοι ἐν Χριστῷ. Ἡμεῖς ἀσθενεῖς, ὑμεῖς δὲ ἰσχυροί. Ὑμεῖς ἔνδοξοι, ἡμεῖς δὲ ἄτιμοι».

Ἀπάνω στὸ Βυζάντιο ἤτανε γραμμένος ὁ λόγος τοῦ Παύλου: «ὁ καυχώμενος, ἐν Κυρίῳ καυχάσθω». Ὅλες οἱ καρδιές, ἀπὸ τὸν βασιλιᾶ ὡς τὸν πιὸ φτωχὸν καντηλανάφτη ἡ βαρκάρη, ἡ στρατιώτη ἢ ξωχάρη, αὐτὰ τὰ λόγια εἴχανε μέσα. Ἡ προσευχὴ ἤτανε ἡ ζωή τους. Κι ἡ τυπικὴ ἀκόμα εὐσέβεια σὲ κάποιους αὐτοκράτορες ἢ ἄρχοντες, δείχνει πὼς ὑποταζόντανε στὸν πνευματικὸ νόμο τῆς θρησκείας κι ἐκεῖνοι ποὺ δὲν ἤτανε σὲ θέση νὰ τὸν νοιώσουνε καὶ νὰ εὐφρανθοῦνε ἀπὸ τὴ γλυκύτητα «τοῦ ζῶντος ὕδατος τοῦ ἁλλομένου εἰς ζωὴν αἰώνιον». Ἀκόμα κι ἐκεῖνοι ποὺ δὲ μπορούσανε νὰ νικήσουνε τὴ φυσικὴ κακία τους, ἤτανε εὐλαβεῖς, ἕνα πρᾶγμα παράδοξο.

Ὁ Νικηφόρος Φωκᾶς ἔκανε κάθε μέρα τὴν προσευχή του, καὶ στὸν πόλεμο φοροῦσε ἀπὸ μέσα, κάτω ἀπὸ τὸν θώρακά του ἕνα παλιόρασο τοῦ θείου του ἀσκητῆ Γεωργίου τοῦ ἐν τῷ Μαλεῷ ποὺ εἶχε ἁγιάσει, γιὰ νὰ τὸν φυλάγει. Ὁ Ἀλέξιος Κομνηνὸς ὅποτε ἤτανε νὰ πάγει σὲ καμμιὰ ἐκστρατεία, ἔβαζε τὰ πολεμικὰ σχέδιά του κάτω ἀπὸ τὴν ἁγία Τράπεζα, κι ὅλη τὴ νύχτα προσευχότανε γονατιστὸς ἀπάνω στὰ σκαλοπάτια τοῦ ἱεροῦ, καὶ τὸ πρωὶ ἔπαιρνε τὸ σχέδιο ποὺ ἔβγαινε κάτω ἀπὸ τὸ σκέπασμα τῆς ἁγίας Τράπεζας, γιατὶ πίστευε πὼς τοῦ τὸ ἔδινε ὁ ἀρχάγγελος Μιχαήλ. Ὁ Ἰωάννης Τσιμισκὴς γονάτιζε σὰν παιδὶ μπροστὰ στὴν ἁγία Τράπεζα τῆς Ἁγίας Σοφίας παρακαλώντας μὲ δάκρυα νὰ τοῦ δώσει ὁ θεὸς ἕναν ἄγγελο φύλακα ποὺ νὰ τὸν φωτίζει κατὰ τὸν πόλεμο.

Ὅσο σφίγγεται τὸ Βυζάντιο ἀπὸ τοὺς βαρβάρους, κι ὅσο ἡ ψυχὴ ὑποφέρνει καὶ πονᾷ, τόσο γυρίζει τὰ μάτια του κατὰ τὸν οὐρανό. Ὁ βασιλιὰς Θεόδωρος Δούκας ὁ Λάσκαρις σύνθεσε τὸν Μέγαν Παρακλητικὸν Κανόνα στὴν Παναγία, ποὺ εἶναι γεμάτος ἀπὸ συντριβή, ταπείνωση καὶ πίστη. Ὁ Λέων ὁ Σοφὸς ἐποίησε τὰ ἐξαίσια Ἑωθινὰ ποὺ τὰ ψέλνουνε στὸν Ὄρθρο κάθε Κυριακὴ κι ὁ γυιός του Κωνσταντῖνος φιλοτέχνησε τὰ Ἐξαποστειλαρια. Κι ἄλλοι πολλοὶ βασιλιάδες ψέλνανε ἢ ὑμνογραφούσανε. Ἄλλα κι οἱ ὁμιλίες ποὺ κάνανε στοὺς στρατιῶτες καὶ στὸν λαό, εἴχανε κι ἐκεῖνες ὕφος θρησκευτικὸ κι ἤτανε γεμάτες εὐλάβεια καὶ πίστη. Ὁ πικραμένος λόγος ποὺ ἔβγαλε ὁ τελευταῖος βασιλιὰς τοῦ Βυζαντίου, Κωνσταντῖνος ὁ Παλαιολόγος, ἤτανε σὰν νεκρώσιμο τροπάρι. Τὸ Βυζάντιο εἶναι ἡ προεικόνιση ἀπάνω στὴ γῆ τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν, ὅσο ἤτανε δυνατὸ νὰ πραγματοποιηθεῖ ἀπὸ τὴν ἀνθρώπινη ἀτέλεια μέσα στὸν κόσμο τῆς φθορᾶς.

Σὰν μπήκανε οἱ Σταυροφόροι σ᾿ αὐτὴ τὴν πολιτεία τοῦ Χριστοῦ, δὲν καταλάβανε τίποτα ἀπὸ τὸν μυστικὸν πλοῦτο ποὺ ἔκλεινε μέσα της, μ᾿ ὅλο ποὺ λεγόντανε Χριστιανοί. Αὐτοὶ θαμπωθήκανε ἀπὸ «τὸ ἔξωθεν τοῦ ποτηριοῦ καὶ τῆς παροψίδος», ἀπὸ τὰ κτίρια, ἀπὸ τὰ πλούτη της, ἀπὸ τὰ ὑλικὰ πράγματα ποὺ κρύβανε ἀπὸ κάτω τους τὰ πνευματικὰ μυστήρια, ὅπως ἡ στολὴ τοῦ ἀρχιερέως συμβολίζει, μὲ τὸ χρυσάφι καὶ τὶς πολύτιμες πέτρες, τὴν πνευματικὴ μεγαλοπρέπεια τῆς λατρείας. Ἐκεῖνοι οἱ βάναυσοι τυχοδιῶκτες κυττάζανε μὲ λαιμαργία τὰ ἀκριβὰ στολίσματα τῆς Πόλης, καὶ θέλανε νὰ τ᾿ ἁρπάξουνε γιὰ νὰ τὰ φᾶνε.

Ποῦ νὰ καταλάβουνε πὼς ἐκείνη ἡ μεγάλη ἐκκλησιὰ ἤτανε ἐκκλησιὰ τῆς Σοφίας τοῦ Θεοῦ. Κανωμένη κατὰ τὸν ναὸ τοῦ Σολομῶντος, ποὺ τὸν στόλισε μὲ ὅ,τι ἀκριβὸ καὶ θαυμαστὸ εἶχε ὁ ἄνθρωπος γιὰ νὰ τιμήσει τὸν Θεό. Ποῦ νὰ καταλάβουνε ἐκείνη τὴν ἀρχιτεκτονική, ἐκείνη τὴν ἁγιογραφία, τὰ σκεύη, τὴν ψαλμῳδία, τὴν ὑμνῳδία, ποὺ ὅλα ἤτανε ἦχοι ποὺ βγαίνανε ἀπὸ σάλπιγγες πνευματικές. Αὐτοὶ ἅρπαξανε τὰ μαλάματα, τὰ δισκοπότηρα, τ᾿ ἀρτοφόρια, τὰ ἄμφια, τὰ καπάκια ἀπὸ τὰ Εὐαγγέλια, ἀκόμα καὶ τὰ χρυσὰ ψηφιὰ ἀπὸ τοὺς τοὺς τοίχους. Τὰ βιβλία, ποὺ εἶχε μυριάδες, τὰ κυττάζανε μὲ ἀπορία, σὲ τί θὰ μπορούσανε νὰ χρειασθοῦνε, καὶ τὰ πετούσανε. Τὸ ἴδιο καὶ τὰ ἐξαίσια εἰκονίσματα, ἔργα ἀξετίμητα, τὰ καίγανε ἀπὸ φανατισμό, ἢ λιανίζανε κρέας ἀπάνω τους. Τέτοιος εἶχε καταντήσει ὁ Χριστιανισμὸς σ᾿ αὐτοὺς τοὺς ὑλόφρονες βαρβάρους, ποὺ καταβρωμίζανε τὴν πηγὴ ἀπ᾿ ὅπου τὸν πήρανε.

Γστερα ἀπὸ αἰῶνες οἱ ἀπόγονοί τους ἡμερέψανε, χτίσανε μεγάλες πολιτεῖες, ἀνοίξανε πανεπιστήμια, κάνανε βιβλιοθῆκες, μουσεῖα, ἀκαδημίες. Μὰ μὲ ὅλα αὐτά, δὲν εἶναι σὲ θέση νὰ νοιώσουνε πάλι τί εἶναι τὸ Βυζάντιο, ὄχι στὴν ἐξωτερική του δψῆ, ἀλλὰ στὴ βαθειὰ οὐσία του, τὴν πνευματική. Γι᾿ αὐτοὺς εἶναι κεκλεισμένη ἡ Πύλη ἡ κατὰ Ἀνατολάς. Γιατὶ ἐργάζονται «διὰ τὴν βρῶσιν τὴν ἀπολλυμένην», ἐπειδή, κατὰ τὸν εὐαγγελιστὴ Ἰωάννη, «ὁ ὢν ἐκ τῆς γῆς, ἐκ τῆς γῆς ἐστι καὶ ἐκ τῆς γῆς λαλεῖ». Ἐρευνοῦν ἐξωτερικὰ μὲ «τὸν νοῦν τῆς σαρκὸς αὐτῶν», χωρὶς νὰ μποροῦνε νὰ πᾶνε πιὸ βαθειὰ ἀπ᾿ ὅ,τι νοιώθουνε οἱ σαρκικὲς αἰσθήσεις. Δὲν ἔχουνε «πνευματικὸν ὀφθαλμόν, οὔτε πνευματικὸν οὖς» καὶ «ψηλαφοῦσι τοῖχον ἐν τῷ σκότει». Οὔτε κὰν ὑποπτεύονται, μέσα στὴν ἀλαζονεία τους, πὼς ὑπάρχει τίποτα «τὸ τιμιώτατον», κάτω ἀπὸ τὴν ταφόπετρα ποὺ τὴν ψάχνουνε καὶ ποὺ τὴ μελετοῦνε μὲ τὸ ἐγκόσμιο σύστημά τους. Δὲν ἔχουνε αὐτὶ γιὰ νὰ ἀκούσουνε «τοὺς ἀλαλήτους στεναγμοὺς τοῦ Πνεύματος», ποὺ βγαίνουνε ἀπὸ τὰ νεκρὰ καὶ ξερὰ κόκκαλα ποὺ σκαλίζουνε σὰν τυμβωρῦχοι.

Ἕνας ἅγιος γράφει: «Αἰσχρόν ἐστι τοὺς φιλοσάρκους περὶ τῶν πνευματικῶν πραγμάτων ἐρευνῆσαι, ὥσπερ καὶ πόρνην περὶ σωφροσύνης λαλῆσαι. Οἱ ἔχοντες τὴν πεποίθησιν αὐτῶν ἐν τοῖς σαρκικοῖς, οἱ τοιοῦτοι ὡς ἐν νυκτομαχίᾳ διάγουσι, καὶ σκότος ψηλαφοῦσιν, ἔξωθεν ὄντες τῆς χώρας τῆς ζωῆς καὶ τοῦ φωτός. Ἐκείνη γὰρ ἡ χώρα τοῖς ἀγαθοῖς καὶ ταπεινόφροσι, καὶ τοῖς καθαρίσασι τὰς ἑαυτῶν καρδίας κεκλήρωται».

Τὸ Βυζάντιο εἶναι ὅπως «ἡ Ἱερουσαλὴμ καὶ ἡ βασιλεία τοῦ θεοῦ,ἡ ἐντὸς ἡμῶν κεκρυμμένη. Αὐτὴ ἡ χώρα νεφέλη ἐστὶ τῆς δόξης τοῦ θεοῦ, εἰς ἣν μόνον οἱ καθαροὶ τῇ καρδίᾳ εἰσελεύσονται τοῦ θεάσασθαι τὸ πρόσωπον τοῦ Δεσπότου καὶ καταυγασθῆναι τοὺς νόας αὐτῶν διὰ τῆς ἀκτῖνος καὶ λαμπηδόνος τοῦ φωτὸς Αὐτοῦ».


Φώτης Κόντογλου – Μυστικὰ Ἄνθη, Ἀθήνα 1992, δ´ ἔκδοση, Ἀστήρ, σελ. 93‐99.

(Φωτ. Τὸ πάρσιμο τῆς Πόλης, Φώτης Κόντογλου).

Αρχαιοελληνικές Μονάδες Μέτρησης

Νοέμβριος 11, 2015

Στην Αρχαία Ελλάδα βασική μονάδα μέτρησης ήταν ο πους. Το μέγεθος δεν ήταν παντού και πάντοτε το ίδιο, αλλά κυμαινόταν ανάλογα με την περιοχή και την εποχή μεταξύ 0,3083 – 0,2960 μ.
Οι υποδιαιρέσεις ήταν σταθερές. Η πιο σημαντική υποδιαίρεση του ποδός ήταν ο δάκτυλος, 1/16 του ποδός ή 0,0193 μέτρα.
Τα πιο σημαντικά παράγωγα του ποδός ήταν ο πήχυς (2,5 πόδες=0,46μ) και το στάδιο (600 πόδες=περίπου 185 μέτρα).

Αρχαιοελληνικές Μονάδες Μήκους
Μονάδα Ισοδυναμία Σύγχρονο Ισοδύναμο
δάκτυλος   19.3 mm (0.76 in)
κόνδυλος 2 δάκτυλοι 38.5 mm (1.52 in)
παλαιστή, δῶρον 4 δάκτυλοι 77.1 mm (3.04 in)
διχάς, ἡμιπόδιον 8 δάκτυλοι 154.1 mm (6.07 in)
λιχάς 10 δάκτυλοι 192.6 mm (7.58 in)
ὀρθόδωρον 11 δάκτυλοι 211.9 mm (8.34 in)
σπιθαμή 12 δάκτυλοι 231.2 mm (9.10 in)
ποῦς 16 δάκτυλοι 308.2 mm (12.13 in)
πυγμή 18 δάκτυλοι 346.8 mm (13.65 in)
πυγών 20 δάκτυλοι 385.3 mm (15.17 in)
πῆχυς 24 δάκτυλοι 462.3 mm (18.20 in)

Μεγαλύτερες αρχαιοελληνικές μονάδες μήκους
Μονάδα Ισοδυναμία Σύγχρονο ισοδύναμο
ποῦς   0.308 m (1.01 ft)
ἁπλοῦν βῆμα 2.5 πόδες 0.77 m (2.5 ft)
βῆμα, διπλοῦν βῆμα 5 πόδες 1.54 m (5.1 ft)
ὄργυια 6 πόδες 1.85 m (6.1 ft)
κάλαμος, ἄκαινα, δεκάπους 10 πόδες 3.08 m (10.1 ft)
ἅμμα 60 πόδες 18.5 m (20.2 yd)
πλέθρον 100 πόδες 30.8 m (33.7 yd)
στάδιον 600 πόδες 184.9 m (202.2 yd)
δίαυλος 2 στάδια 369.9 m (404.5 yd)
ἱππικόν 4 στάδια 739.7 m (808.9 yd)
μίλιον (Ρωμαϊκό) 8 στάδια 1,479 m (1,617 yd)
δόλιχος 12 στάδια 2,219 m (1.379 mi)
παρασάγγες (Περσικό) 30 στάδια 5,548 m (3.447 mi)
σχοινός (Αιγυπτιακό) 40 στάδια 7,397 m (4.596 mi)

Το μήκος του σταδίου διέφερε στις αρχαίες πόλεις και εξαρτιόταν από το μήκος του ποδός. Έτσι το αττικό στάδιο είχε μήκος 184,98 μέτρα, το ολυμπιακό 192,27 μέτρα, το οδοιπορικό 157,50 μέτρα.

Αρχαιοελληνικές Μονάδες Μέτρησης Επιφάνειας
Μονάδα Ισοδυναμία Σύγχρονο ισοδύναμο
ποῦς   0.095 m2 
ἑξαπόδης 36 πόδες 3.42 m2 
ἄκαινα 100 πόδες 9.50 m2 
ἡμίεκτος 83313 πόδες 79.2 m2 
ἕκτος 1666 πόδες 158.3 m2 
ἄρουρα 2500 πόδες 237.5 m2 
(τετραγωνικόν) πλέθρον 10000 πόδες 950 m2 

Λίστα των ηγετών του Βυζαντίου

Ιουλίου 5, 2015

Πλήρης κατάλογος των αυτοκρατόρων του Βυζαντίου με χρήσιμες συνδέσεις στην αντίστοιχη σελίδα στο byzantium.xronikon.com

Κωνσταντίνος Α’ ο Μέγας
Κωνστάντιος Β’
Ιουλιανός ο Παραβάτης
Ιοβιανός
Βαλεντινιανός Α’ (Ουαλεντινιανός)
Ουάλης (Βάλης)
Γρατιανός
Θεοδόσιος Α’ ο Μέγας
Αρκάδιος
Θεοδόσιος Β’ ο Μικρός
Μαρκιανός
Λέων Α’ ο Θραξ
Λέων Β’
Ζήνων
Βασιλίσκος
Αναστάσιος Α’
Ιουστίνος Α’
Ιουστινιανός Α’
Ιουστίνος Β’
Τιβέριος Β’ Κωνσταντίνος
Μαυρίκιος
Φωκάς
Ηράκλειος
Κωνσταντίνος Γ’ & Ηρακλεωνάς
Κώνστας Β’ (Πωγωνάτος)
Κωνσταντίνος Δ’
Ιουστινιανός Β’ o Ρινότμητος
Λεόντιος
Τιβέριος Γ’ Αψίμαρος
Φιλιππικός Βαρδάνης
Αναστάσιος Β’ (Αρτέμιος)
Θεοδόσιος Γ’ ο Αδραμυττηνός
Λέων Γ’ ο Ίσαυρος
Κωνσταντίνος Ε’ ο Κοπρώνυμος
Λέων Δ’ ο Χάζαρος
Κωνσταντίνος ΣΤ’ ο Τυφλός
Ειρήνη η Αθηναία
Νικηφόρος Α’ ο Γενικός (Λογοθέτης)
Σταυράκιος
Μιχαήλ Α’ ο Ραγκαβές (Ραγκαβής)
Λέων Ε’ ο Αρμένιος
Μιχαήλ Β’ ο Τραυλός (Ψελλός)
Θεόφιλος
Θεοδώρα
Μιχαήλ Γ’ ο Μέθυσος
Βασίλειος Α’ ο Μακεδών
Λέων ΣΤ’ ο Σοφός
Αλέξανδρος
Κωνσταντίνος Ζ’ ο Πορφυρογέννητος
Ρωμανός Α’ Λεκαπηνός
Ρωμανός Β’
Νικηφόρος Β’ Φωκάς
Ιωάννης Α’ Τσιμισκής
Βασίλειος Β’ ο Βουλγαροκτόνος
Κωνσταντίνος Η’
Ζωή
Ρωμανός Γ’ ο Αργυρός
Μιχαήλ Δ’ ο Παφλαγών
Μιχαήλ Ε’ ο Καλαφάτης
Κωνσταντίνος Θ’ ο Μονομάχος
Θεοδώρα
Μιχαήλ ΣΤ’ Βρίγγας (Στρατιωτικός)
Ισαάκιος Α’ Κομνηνός
Κωνσταντίνος Ι’ Δούκας
Ρωμανός Δ’ Διογένης
Μιχαήλ Ζ’ Δούκας (Παραπινάκης)
Νικηφόρος Γ’ Βοτανειάτης
Αλέξιος Α’ Κομνηνός
Ιωάννης Β’ Κομνηνός o Καλός
Μανουήλ Α’ Κομνηνός ο Μέγας
Αλέξιος B’ Κομνηνός
Ανδρόνικος Α’ Κομνηνός
Ισαάκιος Β’ Άγγελος
Αλέξιος Γ’ Άγγελος
Αλέξιος Δ’ Άγγελος
Αλέξιος Ε’ Δούκας ο Μούρτζουφλος
Κωνσταντίνος Λάσκαρης
Θεόδωρος Α’ Λάσκαρης
Ιωάννης Γ’ Δούκας Βατάτζης
Θεόδωρος Β’ Δούκας Λάσκαρης
Ιωάννης Δ’ Δούκας Λάσκαρης
Μιχαήλ Η’ Παλαιολόγος
Ανδρόνικος B’ Παλαιολόγος ο Γέρων
Μιχαήλ Θ’ Παλαιολόγος
Ανδρόνικος Γ’ Παλαιολόγος
Ιωάννης Ε’ Παλαιολόγος
Ιωάννης ΣΤ’ Καντακουζηνός
Ανδρόνικος Δ’ Παλαιολόγος
Ιωάννης Ζ’ Παλαιολόγος
Μανουήλ Β’ Παλαιολόγος
Ιωάννης Η’ Παλαιολόγος
Κωνσταντίνος ΙΑ’ Παλαιολόγος

Ο Φυλετικός Χάρτης της Αρχαίας Ελλάδας

Σεπτεμβρίου 29, 2014

ΘΕΣΣΑΛΙΑ

Στη Θεσσαλία, σύμφωνα με τον Όμηρο, κατοικούσαν οι καλούμενοι Πελασγοί, απ΄όπου κατάγονταν τα 4 Ελληνικά φύλα (= οι Δωριείς, οι Αιολείς, οι Αχαιοί και οι Ίωνες) που μαζί με τους επήλυδες Δαναούς, Καδμείους ή Θηβαίους κ.α. αποτέλεσαν μετά τα Τρωικά το ελληνικό έθνος. Οι Θεσσαλοί μετονομάστηκαν σε Αιολείς από το κοινό βασιλιά τους τον Αίολο, ο οποίος ήταν γιος του Έλληνα.

Ο Όμηρος (Ιλιάδα Β, Κατάλογος νηών) ονομάζει τη Θεσσαλία Άργος Πελασγικόν με τις εξής περιοχές: Άλον, Τρηχίνα , Αλόπην, Ελλάδα και  Φθίαν:  «οι τ’ εΙχον Φθιην ηδ’ Ελλάδα καλλιγυναικα,Μυρμιδονες δε καλευντο και Έλληνες και Αχαιοί, των αυ πεντήκοντα νεων ην αρχός Αχιλλεύς.»  (Ιλιάδα B 681 – 685)

ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ

Στη Μακεδονία κατοικούσαν οι Μακεδόνες, Πελασγικής καταγωγής. Οι Mακεδόνες και οι Σπαρτιατες ήταν φυλλα των Δωριέων και κείνοι των Πελασγων. Ο Ησίοδος (Ηοίαι, 1-6) αναφέρει  ότι οι Μακεδόνες ονομάστηκαν έτσι από τον πρώτο βασιλιά τους τον Μακηδόνα, αδελφό του Μαγνη, του Έλληνα και του Γραικού. Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο (Α, 57- 58 και Η, 43), οι Μακεδόνες και οι Σπαρτιάτες (σωστότερα αυτοί που κατέβησαν με τους Ηρακλείδες και κατέλαβαν τους Αχαιούς και Δαναούς στην  Πελοπόννησο = οι Δωριείς) ανήκουν στο «Δωρικό τε και Μακεδνόν έθνος», που πρώτο ξέκοψε από τους βάρβαρους Πελασγούς και αποτέλεσε ξέχωρο έθνος, το Ελληνικό έθνος και μετά ακολούθησαν κι άλλα βάρβαρα φύλα.

Ο Ηρόδοτος αναφερει επίσης ότι στη Μακεδονία ζούσαν και οι Παίονες (πρβ: «Διελθών, ο Ξέρξης, δε πλησίον από τους Παίονας, τους Δόβηρας και τους Παιόπλας, οι οποίοι κατοικούν προς βορράν του Παγγαίου, επορεύετο προς δυσμάς, μέχρις ου έφθασεν εις τον Στρυμόνα και την Ηδωνικήν πόλιν Ηϊόνα, την οποίαν εκυβέρνα τότε ο Βόγης»), που σύμφωνα με τον Όμηρο ήσαν Πελασγικής καταγωγής και σύμμαχοι των Τρώων, πρβ: «οι τοξοφόροι Παίονες, των Πελασγών το θείον Γένος» Ιλιάδα, Κ 450-455, μετάφραση ΠΟΛΥΛΑ).

Ωστόσο οι Παίονες κατά τα Περσικά, επειδή πήγαν με το μέρος των Περσών, έφυγαν από το φόβο της εκδίκησης των Μακεδόνων και πήγαν στη Μ. Ασία, προκειμένου να έχουν την προστασία των Περσών. Στη Μακεδονία κατοικούσαν και οι  Αγριάνες, που βοήθησαν το Μ. Αλέξανδρο στην εκστρατεία του στην Ασία και που σήμερα πιστεύεται ότι αυτοί είναι οι καλούμενοι Πομάκοι.

Γείτονες των Μακεδόνων ήσαν οι Ιλλυριοί (= τα φύλα πάνω από την Ήπειρο) , οι Θράκες και οι Σκύθες (περιοχή σημερινής Ρουμανίας), οι οποίοι πήγαν να υποτάξουν τους Μακεδόνες, όμως τελικά έγινε το αντίθετο.

ΠΕΛΛΟΠΟΝΗΣΟΣ

Στην Πελοπόννησο αρχικά έμεναν οι Αρκάδες και οι Αχαιοί, συμφωνα με τον Παυσανία, πρβ: «Από τις φυλές της Πελοποννήσου αυτόχθονες είναι οι Αρκάδες και οι Αχαιοί, τους Αχαιούς τους έδιωξαν από τη χώρα τους οι Δωριείς, αλλά αυτοί δεν εγκατέλειψαν την Πελοπόννησο, έδιωξαν όμως τους Ίωνες και ζουν στην περιοχή που παλιά ονομάζονταν Αιγιαλός, και που τώρα έχει πάρει το όνομα αυτών των Αχαιών.

Οι Αρκάδες, από την αρχή μέχρι σήμερα κατοικούν στη χώρα τους. Όλη η υπόλοιπη Πελοπόννησος ανήκε σε επήλυδες. Οι σημερινοί Κορίνθιοι είναι νεώτεροι από τους Πελοποννήσιους, γιατί τότε που πήραν τη γη τους απον βασιλιά έχουν περάσει διακόσια δέκα επτά χρόνια μέχρι τις μέρες μου. Οι Δρύοπες και οι Δωριείς ήρθαν στην Πελοπόννησο από τον Παρνασό και την Οίτη αντίστοιχα. Γνωρίζουμε ότι οι Ηλείοι πέρασαν από την Καλυδωνα και την υπόλοιπη Αιτωλία.» (Παυσανίας, Ηλιακά, 1-3)

Κατά το έτος 1511 π.Χ. , σύμφωνα με το Πάριο χρονικό, ήρθαν στο Άργος της Πελοποννήσου οι Δαναοί με τον Δαναό από την Αίγυπτο και αναμείχθηκαν με τους Αργείους (φυλετικά Αχαιούς). Ακολούθως δυο γενιές πριν από τα Τρωικά ήρθαν στις Μυκήνες οι Φρύγες (Πέλοπες) με τον Πέλοπα από τη Μ. Ασία και αναμείχθηκαν με τους ντόπιους. Στη συνέχεια και συγκεκριμένα ογδόντα χρόνια μετά τα Τρωικά, κάπου το 1120 π.Χ., έφυγαν από τη Στερεά Ελλάδα Δωριείς και  κατέλαβαν τις πόλεις Σπάρτη, Μεσσήνη και Άργος κ.α., οδηγημένοι από τους Ηρακλείδες.

Η Πελοπόννησος στον Όμηρο χωρίζεται στις εξής περιοχές: Το Άργος (Το Άργος, η Τίρυνς,  η Ασίνη κι η Ερμιόνη,η Επίδαυρος, τα μέρη της Τροιζήνος,των Ηιονών, του Μάσητος, ακόμη της Αιγίνης), οι Μυκήνες (οι Μυκήνες, η Κόρινθος, οι Κλεωνές, των Ορνεών  τα μέρη, η Αραιθυρέα, η πόλις Σικυώνος, η Υπερησία, και η Γονούσσα και η Πελλήνη, ο Αιγιαλός, το Αίγιον κι η απλωμένη Ελίκη, η Λακεδαίμων (η Μέσση, η Σπάρτη και η Φάρις, οι Βρυσειές, οι Αιγειές, οι Αμύκλες,το Έλος, χώρ’ ακρόγιαλη, ο Οίτυλος και ο Λάας), η Πύλος  (Αρήνη, το Θρύον, πόρος του Αλφειού, το Αιπύ, τα μέρη του Κυπαρισσήεντος και της Αμφιγενείας, του Έλους και της Πτελεού, το Δώριον), η Αρκαδία (ο Ορχομενός, η Ενίσπη, η Ρίπη και ο Φενεός κι η Στρατία, η Μαντινεία, η Στύμφαλος κι ακόμη η Παρρασία,  η χώρα της Τεγέας), η Ήλιδα (κι απ’ το Βουπράσιον η Μύρσινος, η Υρμίνη, το Αλείσιον κι η Ωλενία πέτρα.)

«Στην Πελοπόννησο κατοικούν επτά διαφορετικοί λαοί. Δύο απ’ αυτούς, οι Αρκάδες και οι Κυνούριοι, είναι αυτόχθονες και ως τώρα κατοικούν όπου κατοικούσαν και παλιά. Οι Αχαιοί ζούσαν πάντα στην Πελοπόννησο, μολονότι μετακινήθηκαν από τα αρχικά τους εδάφη· οι τέσσερις άλλοι από τους επτά —οι Δωριείς, οι Αιτωλοί, οι Δρύοπες και οι Λήμνιοι— είναι επήλυδες (ξένοι μετανάστες).

Οι Δωρικές κοινότητες είναι πολυάριθμες και πολύ γνωστές· οι Αιτωλοί έχουν μόνο μία, την Ηλεία· η Ερμιόνη και η Ασίνη κοντά στην Καρδαμύλη της Λακωνίας, ανήκουν στους Δρύοπες και όλοι οι Παρωρεάτες είναι Λήμνιοι. Οι όντας αυτόχθονες Κυνούριοι, μόνοι νομίζονται από μερικούς  ότι ήσαν  Ίωνες και ότι με τον καιρό έγιναν Δωριείς, υπό την εξουσία των Άργείων, καθώς και οι Ορνεάται και λοιποί περίοικοι. (Ηροδότου Ιστορία Η 72 -73).

«Οι Ίωνες όσο μεν χρόνον κατοικούσαν την Πελοπόννησο, τη λεγόμενη σήμερα Αχαία, και πριν έλθουν στην Πελοπόννησο ο Δαναός και ο Ξούθος, καθώς λέγουν οι Έλληνες, ονομάζονταν Πελασγοί Αιγιαλείς, μετονομάστηκαν δε Ίωνες από τον Ίωνα του Ξούθου (Ηρόδοτος Θ, 85).

Μετά τα Τρωικά, η Πελοπόννησος χωρίζονταν στις εξής 7 περιοχές: Λακωνία ή Λακεδαιμόνα, Μεσσηνία, Αχαΐα. Αρκαδία, Αργος ή Αργολίδα. Κορινθία και Ηλεία. Από τις περιοχές αυτές προέρχονται οι 7 ονομασίες: Λάκωνες ή Λακεδαιμόνιοι, Αχαιοί, Αργείοι, Κορίνθιοι, Μεσσήνιοι, Αρκάδες και Ηλείοι.

ΑΤΤΙΚΗ

Στην Αττική, σύμφωνα με τον Όμηρο, κατοικούσαν πάντα οι αυτόχθονες Κεκροπίδες ή Κραναοί ή Αθηναίοι. Κατά τον Ηρόδοτο οι Αθηναίοι ήσαν στην καταγωγή Πελασγοί. Μάλιστα, επειδή στην Αττική δεν κατοίκησαν ποτέ Πέλοπες, Δαναοί και Κάδμοι, παρά μόνο στην Πελοπόννησο και στη Βοιωτία,  οι Αθηναίοι συγγραφείς ( Ισοκράτης, Πλάτωνας, Δημοσθένης κ.α.) επαίρονταν ότι οι Αθηναίοι ήσαν και οι πιο καθαρόαιμοι Έλληνες και γι αυτό έπρεπε να ηγεμονεύουν αυτοί των Ελλήνων και όχι οι Σπαρτιάτες ή οι Θηβαίοι.

ΒΟΙΩΤΙΑ

Στη Βοιωτία, σύμφωνα με τον Παυσανία, αρχικά ζούσαν οι αυτόχθονες Εκτήμονες, με περίφημο βασιλιά τους τον Ωγυγα, που αφανίστηκαν από επιδημία. Μετά ήρθαν και κατοίκησαν εκεί οι Ύαντες και οι Άονες. Μετά, κατά το έτος 1529 π.Χ. ( σύμφωνα με το Πάριο Χρονικό) ήρθαν στην Βοιωτία από την Αίγυπτο μέσω Φοινίκης (ήσαν όμως καταγωγής από Ερυθρά θάλασσα) οι καλούμενοι Καδμείοι ή Θηβαίοι και έκτισαν τη Θήβα. Στη Βοιωτία, σύμφωνα με την Ιλιάδα, πλην της Θήβας (που δεν έλαβε μέρος στον πόλεμο της Τροίας) υπήρχαν και οι πόλεις: Γραία, Θίσθη, Αυλίδα, Υρία, Σχοίνο, Σκώλο, Θέσπεια, Μυκαλησσό κ.α., οι οποίες έλαβαν μέρος στον Τρωικό πόλεμο, επειδή ήσαν Έλληνες. Οι Φοίνικες Καδμείοι μετά τα Τρωικά αναμείχθηκαν με τους ντόπιους και σιγά-σιγά εξελληνίστηκαν.

ΣΤΕΡΕΑ ΕΛΛΑΔΑ

Η Στερεά Ελλάδα στον Όμηρο χωρίζεται στις εξής περιοχές: Του Ορχομενού των Μινυών και Ασπληδόνος, Αι  Αθήναι (Αττική), η Σαλαμίνα, των Βοιωτών (η Αυλίς, η Υρία, η Σχοίνος, ο Ετεωνός, η Σκώλος, η ευρύχωρη Μυκαλησσός, η Θέσπεια κι η Γραία, ο Ελεών, ο Πετεών, η Ύλη, ο Μεδεών, η Ωκαλέη, το Άρμα, η Θίσβη, η Εύτρησις, οι Κώπες, κι Αλίαρτος, ο Γλίσας, η Κορώνεια, η Πλάτεια, η Όγχηστος, η Νίσα, η Μίδεια, η Άρνη, Ανθηδόνα. Φωκείς (Κυπάρισσος και η Πυθώ, η Κρίσσα και η Δαυλίς, ο Πανοπεύς και ακόμη τα μέρη της Υαμπόλεως και της Ανεμωρείας και η Λίλαια), Των Λοκρών που ’ναι αντίπερα της ιεράς Ευβοίας (η Καλλίερος, η Κύνος, ο Οπούς, Οι Αυγειές, η Βήσσα και η Σκάρφη, η Τάρφην και το Θρόνιον, του Βοαγρίου πόρου), της Ευβοίας ( Χαλκίδ’ Ερέτριαν Και απ’ την Ιστίαιαν και Κήρινθον ακρόγιαλην και ακόμη από το Δίον το υψηλό, την Κάρυστον και Στύ).

Των Αιτωλών (η Χαλκίς και η Πυλήνη, η Ώλενος και η Πλευρών, και η Καλυδών). Η Στερεά Ελλάδα μετά χωρίζονταν στις εξής περιοχές: Αττική ή Κεκρωπία, Βοιωτία, Φωκίδα, Αιτωλία και Ακαρνανία απ΄όπου τα  ονόματα: Αττικοί ή Αθηναίοι, Βοιωτοί, Αιτωλοί και Ακαρνάνες. Σήμερα στη Στερεά Ελλάδα υπάγονται και η Εύβοια με τη Φθιώτιδα. Στη Φωκίδα, όπου βρίσκεται ο Παρνασσός και το περίφημο μαντείο των Δελφών, σύμφωνα με το Ησίοδο και τον Όμηρο, κατοικούσαν αρχικά Πελασγοί και μετά ήρθαν και Δρύοπες, Φλέγες κ.α.

ΕΥΒΟΙΑ

Στη νήσο Εύβοια, σύμφωνα με τους Ησίοδο και Όμηρο, κατοικούσαν οι Αβάντες, που πήραν μέρος στον Τρωικό πόλεμο, και η νήσος λέγονταν «Αβαντίδα νήσος», ενώ Εύβοια ονομάστηκε από ένα βόδι (προφανώς επειδή ανέτρεφε πολλά και ωραία βόδια). Ειδικότερα στο βόρειο τμήμα κατοικούσαν οι Περραιβοί, στο μέσο οι Άβαντες και οι Κουρήτες (Χαλκιδείς) και στο νότιο οι Δρύοπες.

ΚΡΗΤΗ

Στην Κρήτη, σύμφωνα με τον Όμηρο, κατοικούσαν Κύδωνες, Ετεόκρητες, Πελασγοί, Δωριείς και Αχαιοί και με σπουδαιότερες πόλεις την Κνωσό, τη Γόρτυνα, τη Λύκαστο, τη Μίλητο, τη Λύκτο, το Ρύτιον και τη Φαιστό. Σύμφωνα με τους άλλους αρχαίους συγγραφείς (Παυσανία, Διόδωρο, Στράβωνα κ.α.) , αρχικά στην Κρήτη κατοικούσαν οι καλούμενοι Ιδαίοι Δάκτυλοι ή μετέπειτα Κ(ου)ρήτες – Κρήτες (ή άλλως Ετεοκρήτες σε σχέση με τους επήλυδες), οι οποίοι θεωρούνται αυτόχθονες.  Μετά, όταν ήταν βασιλιάς της Κρήτης ο Κρηθέας, ήρθαν στην Κρήτη κάποιοι Πελασγοί, Αχαιοί και Δωριείς, από τη Θεσσαλία με αρχηγό τον Τέκταμο, και αυτό επειδή η νήσος είχε μερικώς ερημωθεί.

Εγγονός του Τέκταμου ήταν ο Μίνωας, ο οποίος (βοηθούμενος από τον αδελφό του Ραδάμανθυ) από τη μια συνένωσαν σε ενιαίο σύνολο τα φύλα της Κρήτης, δημιουργώντας την πρώτη πολιτεία – πολιτισμό στον κόσμο (ο Μίνως εφεύρε πρώτος το σύνταγμα, τη βουλή, τους γερουσιαστές, τα όργνα και τους νόμους διοίκησης κ.τ.λ.) για τη σωστή διακυβέρνησή τους, και από την άλλη συγκρότησαν πρώτοι στον κόσμο πολεμικό ναυτικό και μ’ αυτό έδιωξαν από τα νησιά και το Αρχιπέλαγος τους ληστές και πειρατές Κάρες και Φοίνικες με αποτέλεσμα από τη μια ο ίδιος να γίνει θαλασσοκράτορας και από την άλλη να ανοίξουν οι θαλάσσιοι διάδρομοι και έτσι οι Έλληνες αφενός να μπορέσουν να ασχοληθούν και με ναυτικές εργασίες, να επικοινωνήσουν μεταξύ τους, να πλουτίσουν, να σταματήσουν τον μεταναστευτικό βίο που τους εξανάγκαζαν οι κακοποιοί Κάρες και Φοίνικες κ.α. και όταν πλέον είχαν ενδυναμωθεί εκστράτευσαν εναντίον της Τροίας.

ΗΠΕΙΡΟΣ

Στην Ήπειρο κατοικούσαν οι Πελασγοί ή Γραικοί (= με τοπικά ονόματα: Σελλοί, Ελλοπες, Θεσπρωτοί, Μολοσοί κ.α.) που μετά μετονομάστηκαν και αυτοί σε  Έλληνες. Οι Ηπειρώτικες φυλές κατά το Θεόπομπο ήσαν 14 και κατά το Στράβωνα 11, που ήσαν όλες Ελληνικές: οι Σελλοί, οι Μολοσσοί, οι Θεσπρωτοί, οι Χάονες, οι Αθαμάνες, οι Κασσωπαίοι, οι Έλλοπες, οι Δρύοπες, οι Παραβαίοι, οι Αμβρακιώται, οι Καύκωνες.

«Στη Δωδώνη και στη Βελανιδιά, την έδρα των Πελασγών, πήγε.

Και σ αυτούς που κατοικούσαν στο βάθος της Βελανιδιάς

στο φούσκωμα του βροχοδερμένου ποταμού» (Ησίοδος, Ηοίαι απόσπασμα 102 = στίχος 319)

Αν πράγματι οι Φοίνικες πήραν τις άγιες γυναίκες (= τις δυο ιέρειες του Δία, που, σύμφωνα με τους Αιγύπτιους, η μια μετά έκτισε το μαντείο της Δωδώνης στην Ελλάδα και άλλη το της Θήβας στη Λιβύη) και τις πούλησαν, τη μια στη Λιβύη και την άλλη στην Ελλάδα, νομίζω ότι η γυναίκα αυτή της σημερινής Ελλάδας, της ίδιας δηλαδή χώρας που παλαιότερα ονομάζονταν Πελασγία , πουλήθηκε στη Θεσπρωτία (<<Της νυν Ελλάδος, πρότερον δε Πελασγίης καλουμένης..>>) …. ( Ηρόδοτος B 54 – 57)

Ο κατακλυσμός) περί τον Ελληνικόν εγένετο μάλιστα τόπον. Και τούτου περί την Ελλάδα την αρχαίαν. Αύτη δ’ εστίν η περί Δωδώνην και τον Αχελώον. Ούτος γαρ πολλαχού το ρεύμα μεταβέβληκεν. Ώκουν γαρ οι Σελλοί ενταύθα και οι καλούμενοι τότε μεν Γραικοί, νυν δ’ Έλληνες”. (Αριστοτέλης Μετεωρολογικά 1 352 a).

«Οι δε Πελασγοί των περί την Ελλάδα δυνασευσάντων αρχαιότατοι λέγονται’ και ο ποιητής φησίν ούτω <<Ζευ άνα, Δωδωναίε, Πελασγικέ. Ο δε Ησίοδος: Δωδωνην φηγόν τε Πελασγών εύρανον ήεν». (Στράβων Ζ, Ήπειρος, 9).

«Εξιστορούν πως μετά τον κατακλυσμό πρώτος βασιλιάς των Θεσπρωτών και των Μολοσσών έγινε ο Φαέθων, ένας από εκείνους που έφτασαν στην Ήπειρο μαζί με τον Πελασγό. Μερικοί λένε πως ο Δευκαλίωνας και η Πύρρα, αφού ίδρυσαν εκεί το ιερό της Δωδώνης κατοίκησαν στους Μολοσσούς. Αργότερα ο Νεοπτόλεμος, ο γιος του Αχιλλέα, πηγαίνοντας εκεί λαό κατέλαβε τη χώρα και άφησε πίσω του διαδόχους βασιλείς, που ονομάζονταν Πυρρίδες, γιατί αυτός στην παιδική του ηλικία είχε το παρωνύμιο Πύρρος, και ένα από τα γνήσια παιδιά του, που απέκτησε με τη Λάνασσα, την κόρη του Κλεοδαίου, γιου του Ύλλου, το ονόμασε Πύρρο.

Γι αυτό ο Αχιλλέας στην Ήπειρο απολάμβανε τιμές ισόθεου και λέγονταν Άσπετος στην τοπική διάλεκτο. Ύστερα όμως από τους πρώτους, αφού οι διάδοχοι βασιλείς εκβαρβαρώθηκαν και αμαύρωσαν και τη δύναμη και τη ζωή τους, διηγούνται πως πρώτος ο Θαρύπας έγινε ονομαστός, γιατί στόλισε τις πόλεις με Ελληνικά ήθη και γράμματα και με νόμους φιλάνθρωπους.

Του Θαρύπα γιος ήταν ο Αλκέτας, του Αλκέτα ο Αρύββας, του Αρύββα και της Τρωάδας, ο Αιακίδης. Τούτος παντρεύτηκε τη Φθία, την κόρη ντου Θεσσαλού Μένωνα, άνδρα που διακρίθηκε στον λαμιακό πόλεμο και μετά το Λεωσθένη είχε μεγαλύτερη εκτίμηση από τους συμμάχους. Από τη Φθία ο Αιακίδης απόκτησε τις κόρες Δηιδάμεια και Τρωάδα, και τον γιο Πύρρο. (Πλουτάρχου, Πύρρος, 1-2)

ΘΡΑΚΗ

Στη Θράκη αρχικά κατοικούσαν πάρα πολλά φύλα, άλλα Ελληνικά και άλλα βάρβαρα. Στη Θράκη ήδη από τον 7ο αιώνα π.Χ. και από τις εκβολές του Νέστου ως το δέλτα του Έβρου υπήρχαν τα Αβδηρα, η Δίκαια, η Στρύμη, η Μαρώνεια, η Ορθαγόρια, η Μεσημβρία-Ζώνη, η Δρυς και η Σάλη που ήσαν Ελληνικές ιωνικές αποκίες. Στη δυτική παραλία του Εύξεινου Πόντου οι Μιλήσιοι είχαν ιδρύσει την Απολλωνία, την Οδησσό, τους Τόμους και την Κάλλατι, ενώ οι Μεγαρείς τη Μεσημβρία κ.α. Η Θράκη γίνεται ρωμαϊκή επαρχία το 46 μ.Χ. με πρωτεύουσα την Πέρινθο.

Οι Ελληνικές πόλεις της Θράκης διατήρησαν το καθεστώς των ελεύθερων πόλεων. Ως την εποχή του Διοκλητιανού (279 μ.Χ.) οι Ρωμαίοι διατηρούν την πολιτική οργάνωση των Ελλήνων και το Ελληνικό σύστημα διοίκησης. Στους ρωμαϊκούς χρόνους πραγματοποιείται από τους Ρωμαίους αστικοποίηση της Θράκης κατά το πρότυπο των Ελληνικών πόλεων. Οι κώμες και οι πόλεις της Θράκης ήταν οργανωμένες σε ένα ομόσπονδο σύστημα με συμπολιτείες – κοινά. Αυτά τα χρόνια ιδρύονται η Τραϊανούπολη, η Πλωτινόπολη (σημ. Διδυμότειχο) και η Αδριανούπολη.

Ο Δημοσθένης, σχετικά με τον βασιλιά της Θράκης Τηρέα, λέει: «Ο Τηρέας ήταν βασιλιάς των Θρακών και βίασε την αδελφή της γυναίκας του. Οι δυο γυναίκες ήταν η Πρόκνη και η Φιλομήλα, κόρες του Πανδίονα (βασιλιά των Αθηνών), που τη μια πάντρεψε, την Πρόκνη, με το βασιλιά των Θρακών Τηρέα. Οι δυο γυναίκες αυτές από αγανάκτηση σκότωσαν το γιο του Τηρέα και έφυγαν στην Αττική.

Ο Τηρέας ήρθε στην Αττική να τις συλλάβει, όμως δεν μπόρεσε και αυτοκτόνησε. Κατά τη μυθολογία ο Τηρέας και οι δυο γυναίκες μεταμορφώθηκαν σε πτηνά, οι δυο γυναίκες σε αηδόνι και χελιδόνι, ενώ ο Τηρέας σε γεράκι. (Δημοσθένους Επιτάφιος)

Ο Δημοσθένης, σχετικά με τον βασιλιά Εύμολπο, λέει: «Όταν ο Εύμολπος και πολλοί άλλοι ετοίμασαν εκστρατεία εναντίον μας, τους έδιωξαν όχι μόνο από το δικό μας, αλλά και από τη γη των άλλων Ελλήνων. (Δημοσθένους Επιτάφιος 8)

Σύμφωνα με άλλους, τον Εύμολπο πολέμησαν οι Αθηναίοι, όταν τον κάλεσαν από τη Θράκη οι Ελευσίνιοι ή ήταν ο ίδιος Ελευσίνιος, για να τους βοηθήσει. Ο Εύμολπος σκοτώθηκε στη μάχη, μετά από την οποία οι δυο πόλεις συμφιλιώθηκαν. Οι απόγονοι του Εύμολπου (Ευμολπίδες) ήταν επιφορτισμένοι με την τέλεση των Ελευσίνιων μυστηρίων, των οποίων ιδρυτής θεωρούνταν ο γενάρχης τους».

Σημειώνεται ότι η Θράκη, σύμφωνα με τον Άνδρωνα τον Αλικαρνασσέα (GEOGRAFIKA ANDRVN), ήταν ήπειρος. Οι ήπειροι ήσαν  τέσσερεις  όσες και οι κόρες του Ωκεανού, οι εξής: η Ευρώπη (οι χώρες δυτικά της Ελλάδας = Ιταλία, Σικελία, κ.α.), η Ασία (= οι χώρες ανατολικά της Ελλάδας: Μ. Ασία, Φοινίκη κ.α.), η Λιβύη (Αφρική) και η Θράκη (= οι Χώρες βόρεια της Ελλάδας.

ΜΕΓΑΛΗ ΕΛΛΑΔΑ = MAGNA GRAEGIA: Στη Σικελία αρχικά ζούσαν οι καλούμενοι Σικανοί με περίφημο βασιλιά τους τον Κώκαλο. Επί Μίνωα και εξής έγιναν εκεί και Ελληνικές αποικίες  (Υρία, Μινώα, Σέλινο κ.α.), καθώς και Φοινικικές. Το ντόπιο στοιχείο συνεργάστηκε με τους Έλληνες και έφτασε στο σημείο η Σικελία να θεωρείται Ελληνικό νησί. Περίφημη Ελληνική πόλη οι Συρακούσες.

Στη Νότιο Ιταλία ( =  από το Μιλάνο και κάτω) αρχικά ζούσαν μικρά ντόπια φύλα. Επί Περσέα και Ηρακλή και εξής μεταφέρθηκαν εκεί άποικοι που έκαναν πάμπολες Ελληνικές πόλεις.

Αργότερα θα κατέβουν οι Ρωμαίοι και οι περισσότερες Ελληνικές πόλεις θα συνεργαστούν με τους Ρωμαίους, κάτι που έκανε τους Ρωμαίους να γίνουν υπερδύναμη. Εξαίρεση ήταν μόνο η Ελληνική πόλη Τάραντας που αντιστάθηκε σθεναρά στους Ρωμαίους, όμως στο τέλος υπέκυψε.

Μ. ΑΣΙΑ

Αρχικά στη Μ. Ασία, σύμφωνα με τον Όμηρο, ζούσαν οι καλούμενοι Κάρες, Τρώες,  Λέλεγες , Πελασγοί κ.α., οι οποίοι ήσαν φύλα ομόγλωσσα και ομόθρησκα με τα Ελληνικά (με τους Αχαιούς). Μάλιστα πολλά από τα φύλα αυτά διέμεναν και στη Ευρώπη και στην Ασία, όπως π.χ. οι Πελασγοί, που άλλοι από αυτούς έμεναν στην Κρήτη, άλλοι στη Θεσσαλία και άλλοι στην Ασία. Μετά τα τρωικά δημιουργήθηκοι δυο αντίπαλες ομάδες. Από τη μια είχαμε τους σύμμαχους των Ατρειδών, και από την άλλη τους συμμάχους των Τρώων.

widget για τα Κάστρα της Ελλάδας

Σεπτεμβρίου 18, 2013

Αν έχετε μια ιστοσελίδα ή ένα  blog είναι πολύ  πιθανό να χρησιμοποιείτε ήδη κάποια widgets (ρολόγια, μετρητές επισκέψεων, ημερολόγια κλπ)

 

Ένα χρήσιμο widget που δείχνει Ελληνικά Κάστρα -ένα κάθε φορά- με δυνατότητα ανανέωσης, manually:

Τον κώδικα θα τον βρείτε στη σελίδα: http://www.kastra.eu/widget-castles.php

Πώς θα φάινεται στην ιστοσελίδα σας:

Greek Castle Widget

Ελληνικά Κάστρα